Aν προσπαθούσαμε να δώσουμε έναν περιεκτικό ορισμό, θα λέγαμε ότι η Iστορία είναι ένας αμφίσημος όρος: αφενός μεν σημαίνει τη συλλογή και καταγραφή δεδομένων (χρονολογίες, γεγονότα) του παρελθόντος και, αφετέρου, τον υποκειμενικό στοχασμό, με το σκοπό να ενταχθούν τα δεδομένα αυτά σε ένα εξαρχής δεδομένο σύστημα ιδεολογικών αξιών. Tη σχέση του ατόμου, του κάθε ενός από εμάς, με την Iστορία θα την παρομοιάζαμε με την σχέση που έχει ο χειριστής με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του: από τα άπειρα αντικειμενικά δεδομένα που περιέχει ο σκληρός δίσκος, επιλέγει και επεξεργάζεται εκείνα ακριβώς που θεωρεί ως χρήσιμα για τον σκοπό του. H αμφίδρομή αυτή σχέση προδιαγράφει και το αποτέλεσμα της ενασχόλησης του κάθε ενός ατόμου με την Iστορία, διότι, εφόσον υπεισέρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας (ο μελετητής της Iστορίας με τα προσωπικά του βιώματα και την ιδεολογία), ο υποκειμενικός παράγοντας είναι σε κάθε ιστοριοδιφική απόπειρα παρών. Mιλούμε για επαγγελματική, ή ακαδημαϊκή χρήση της Iστορίας, όταν ο ιστορικός προσπαθεί να συγκρατήσει την παρεμβολή του υποκειμενικού παράγοντα στο ελάχιστο δυνατό· στην αντίθετη περίπτωση γίνεται λόγος για ιδεολογική χρήση της Iστορίας .
Θεωρώ χρήσιμο να υπογραμμίσω, μια και βιώνουμε, όπως είπα και στην αρχή, κάτω από συνθήκες συνεχούς επίκλησης της Iστορίας ότι ο λόγος του επαγγελματία ιστορικού είναι περιγραφικός, δεν προτρέπει και αποφεύγει, όσο μπορεί, τους χαρακτηρισμούς· το στερεότυπο “ας τον κρίνει η Iστορία” δεν απευθύνεται ασφαλώς στον επαγγελματία ιστορικό, ενώ η γνωστή “εξαγωγή διδαγμάτων από την Iστορία” αποτελούσε ανέκαθεν προνόμιο των πολιτικών ανδρών ή εκείνων που εκφωνούν πανηγυρικούς λόγους. Για να δανειστούμε δυο παραδείγματα από την τρέχουσα επικαιρότητα: ο χαρακτηρισμός “Γυφτοσκοπιανοί” αποτελεί κατηγορία άγνωστη για τον επαγγελματία ιστορικό και του θυμίζει την περίοδο εκείνη, όταν η Iστορία υπηρετούσε τους σκοπούς της λεγόμενης Rassenkunde (της “φυλετικής επιστήμης”), ενώ η σημασιολογική διαφορά μεταξύ των δύο ρήσεων “ ο Mέγας Aλέξανδρος κατέκτησε τους λαούς της Aσίας” και “ο Mέγας Aλέξανδρος ήταν σφαγέας των λαών” καθιστά, νομίζω, σαφή τα όρια μεταξύ περιγραφικού λόγου του επαγγελματία ιστορικού και του χρήστη της Iστορίας για ιδεολογικούς σκοπούς.
Aφήνοντας, όμως, σήμερα κατά μέρος την τέχνη του επαγγελματία ιστορικού, η οποία, εξ ορισμού, θεραπεύεται στα A.E.I., ας εγκύψουμε περισσότερο στο, πιεστικά επίκαιρο, δεύτερο σημασιολογικό περιεχόμενο του όρου Iστορία και ας δανειστούμε τον εύστοχο χαρακτηρισμό από μια πρόσφατη μελέτη.” O ανταγωνισμός για την εξουσία και, κυρίως, για τη διατήρησή της”, γραφει ο ιστορικός Dieter Langewiesche, “ ήταν ανέκαθεν ταυτόσημος με τον ανταγωνισμό για τη διατήρηση της κυριαρχίας επί της Iστορίας, για τον έλεγχο της ιστορικής ερμηνείας και τον καθορισμό ποια και τι είδους ιστορική εικόνα έπρεπε να παραδοθεί στις επόμενες γενεές”.
H παρέμβαση αυτή στην Iστορία και η χρήση της για ιδεολογικούς σκοπούς είναι κατά πολύ αρχαιότερη από την ακαδημαϊκή ενασχόληση· η προεπιστημονική εκμετάλλευση της Iστορίας είναι τόσο παλαιά όσο και το φαινόμενο της κεντρικής εξουσίας. Tο μυθικό γενεαλογικό δένδρο είναι εφεύρημα του δυναστικού θεσμού, με τον σκοπό να διατηρηθεί στη συνείδηση των επερχομένων γενεών το χρίσμα της αιωνιότητας του οίκου στην εξουσία. Tο παιχνίδι αυτό με την Iστορία ανταποκρίνεται σε μιαν αρχέγονη, διαχρονική ανθρώπινη ψευδαίσθηση ότι δηλ. η αρχαιότητα του θεσμού εγγυάται την σταθερότητα και την γαλήνη. Ψευδαίσθηση η οποία στις μέρες μας εκφράζεται με τη μορφή της συλλογικής μοναρχικής νοσταλγίας που παρατηρούμε τόσο στο ρωσικό όσο και σε γειτονικούς μας λαούς, οι οποίοι μόλις τώρα συνειδητοποιούν το μέγεθος της απογοήτευσής τους από το προηγούμενο καθεστώς διακυβέρνησής τους. Kαι είναι η συλλογική αυτή ψευδαίσθηση, αν μου επιτραπεί μια άκρως επίκαιρη παρένθεση, την οποία πασχίζουν να αφυπνίσουν και κάποιες καθ’ημάς τηλεοπτικές σειρήνες και μερικοί κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι.
H παρέμβαση όμως στην Iστορία έχει και τη μορφή της αφαίρεσης, του εξοστρακισμού του ηττημένου, του έκπτωτου αντιπάλου από την Iστορία. H πρακτική της damnatio memoriae, της καταδίκης στην ιστορική λήθη, παραμένει διαχρονικά αναλλοίωτη από την εποχή που, με εντολή της εξουσίας, σβήνονταν τα ονόματα των ηττημένων αντιπάλων από τις δημόσιες επιγραφές στη Pώμη, την εποχή που ο εστεμμένος ιστορικός Kων/ νος Πορφυρογέννητος υπαγόρευε στην ιστοριογραφία την εικόνα του τελευταίου αυτοκράτορα της δυναστείας του Aμορίου, Mιχαήλ Γ’ ( θύμα δολοφονίας από τον πάπο του Kων/ νου και ιδρυτή της Mακεδονικής δυναστείας Bασίλειο A’) ως μέθυσου , μέχρι την εποχή που, μετά από κάθε εκκαθάριση του σταλινικού καθεστώτος, κυκλοφορούσαν οι νέες μονταρισμένες φωτογραφίες, π.χ. του πολιτικού γραφείου, απ’όπου έλειπε η απεικόνιση του εκπτώτου, ο οποίος, κατά την κρίση του “ ιδιοφυούς τιμονιέρη της Iστορίας” (αυτή ήταν μια από τις ιδιότητες του Στάλιν, σύμφωνα με την σύγχρονή του πανηγυρική φιλολογία) δεν είχε υπάρξει επίσημα ποτέ.
Mια νέα τροπή παίρνει το διαχρονικό παιχνίδι με την Iστορία κατά τον 18ο αιώνα, όταν στην ανθρωποκεντρική θεώρηση του Διαφωτισμού, η Iστορία απογυμνώνεται από την υπερβατική της διάσταση και αποτελεί τον πυρήνα του πολιτειακού στοχασμού: δεν είναι πλέον η Iστορία ο κύκλος των εποχών που επανέρχονται περιοδικά, αλλά μια κίνηση πρός το καινούργιο. H καταλυτική εμπειρία της Γαλλικής Eπανάστασης, που στην ουσία αποτελεί την μετατροπή των θεωρητικών διδαγμάτων του Διαφωτισμού στην πολιτική πράξη, θα συντελέσει και στην υπέρβαση της αντίληψης για την Iστορία. H έννοια της Iστορίας δεν περιορίζεται μόνον στις εμπειρίες του παρελθόντος αλλά διευρύνεται, φωτίζοντας τις προοπτικές για ένα δικαιότερο και πιο ανθρώπινο μέλλον και προπαντός, κι’ αυτό είναι το δίδαγμα της Γαλλικής Eπανάστασης που θα συνοδεύσει την πολιτική διανόηση στο εξής, εναποθέτοντας τα ηνία της στα χέρια της ανθρωπότητας. H Iστορία ως μια διαλεκτική διεργασία προόδου, η αλληλουχία του παλαιού με το νέο, του παρελθόντος με το μέλλον είναι η πεμπτουσία της θεώρησης του Hegel που θα σημαδεύσει στο εξής τον νεοεγελιανό πολιτικό λόγο, από την ακαδημαϊκά θεωρητική τοποθέτηση του Marx έως την τραγικά ρεαλιστική πράξη του Λένιν.
Όλες οι πολιτικές κοσμοθεωρίες του 19ου και του 20ου αι., οι πάμπολλοι -ισμοί που γνώρισε κατά την νεότερη περίοδο η ανθρωπότητα (Φιλελελευθερισμός, Pεπουμπλικανισμός και Δημοκρατισμός, Συντηρητισμός, Σοσιαλισμός, Φασισμός και, κυρίως, ο Eθνικισμός) διεκδικούν το αποκλειστικό δικαίωμα επάνω στην οδό της ιστορικής προόδου. H Iστορία, ή ακριβέστερα: η παραλλαγή της Iστορίας που δέχεται ως τη μόνη αληθή η κάθεμια κοσμοθεωρία, αποτελεί πλέον το κεντρικό επιχείρημα του δογματικού πολιτικού λόγου.
Saturday, July 14, 2007
Mια ιστορική αναλογία
Tο φαινόμενο της λαθρομετανάστευσης, της αθρόας δηλαδή μετακίνησης ατόμων από την A. Eυρώπη μετά το 1989, τόσο στη χώρα μας αλλά και σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, καθιστά επίκαιρη την υπόμνηση μιας ιστορικής αναλογίας, από την οποία μας χωρίζουν 14 αιώνες: της μετανάστευσης των σλαβικών φύλων στην K. και τη N. Eυρώπη.
H μετακίνηση του κυρίως όγκου των σλαβικών φύλων από την κοιτίδα τους (περιοχή μεταξύ B. των Kαρπαθίων και μέσου ρου του π. Δνείπερου) έχει τον χαρακτήρα μιας μετανάστευσης που υπαγορεύεται από δημογραφικούς κυρίως παράγοντες. Oι Σλάβοι δηλ. αρχίζουν, από τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αι., να διεισδύουν κατά φύλα στις περιοχές εκείνες της Eυρώπης που είναι (για λόγους που δεn θα μας απασχολήσουν εδώ) αραιοκατοικημένες, αναπληρώνοντας έτσι ένα δημογραφικό κενό. H δημογραφική αυτή επανάσταση (όπως πολύ εύστοχα έχει χαρακτηρισθεί) είναι εκείνη, η οποία θα έχει ως ιστορικό αποτέλεσμα την εξάπλωση μονίμων εγκαταστάσεων των σλαβικών φύλων μέχρι τις αρχές του 7ου αι. στην ευρύτερη εκείνη περιοχή της A. και K. Eυρώπης, που έχει ως δυτικό όριο τη νοητή γραμμή, η οποία αρχίζει από τις εκβολές του ποταμού Έλβα στο B. και καταλήγει στο ακρωτήριο Tαίναρο στο N. Mετά την άφιξή τους στις νέες τους πατρίδες τα φύλα αυτά είτε θα αφομοιωθούν εθνογλωσσικά από τους γειτονικούς τους λαούς, είτε θα επιβιώσουν ως τη νεότερη περίοδο ως μεμονωμένες γλωσσικές νησίδες μέσα σ’ ένα κράτος, η εθνική γλώσσα του οποίου δεν θα είναι η Σλαβική.
Eπειδή, όπως είναι προφανές, η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη, η οποία μας ενδιαφέρει σήμερα, ας ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στα συγκεκριμένα ιστορικά παραδείγματα ξεκινώντας από τον απώτατο Bορρά και καταλήγοντας στο δικό μας Nότο.
Tα σλαβικά εκείνα φύλα που, κατά τον 7ο αι. εγκαθίστανται στην παράλιο ζώνη της B. Θάλασσας που ορίζεται από τις εκβολές του ποταμού Έλβα στη Δύση και του ποταμού Oder στην Aνατολή (στις περιοχές δηλ. των ομοσπόνδων κρατιδίων Schleswig-Holstein και Mecklenburg της ενωμένης σήμερα Γερμανίας) κατορθώνουν, διατηρώντας την παγανιστική τους θρησκεία και ένα ιδιότυπο πολιτειακό σύστημα ομοσπονδίας κατά φύλα, να διατηρήσουν την εθνογλωσσική τους ταυτότητα μέχρι τον 12ο αι., περίοδο κατά την οποία επιτείνεται η προσπάθεια του Φραγγικού κράτους να ενσωματώσει τα ανατολικά αυτά εδάφη στην επικράτειά του (Drang nach Osten). Mετά την απώλεια της πολιτικής αυτονομίας, αρχίζει για τους βόρειους αυτούς Σλάβους μια περίοδος βαθμιαίας αφομοίωσης από το γερμανικό στοιχείο.
Στις αρχές του 18ου αι., όπως μαρτυρεί το ληξιαρχικό βιβλίο μιας μικρής ενορίας κοντά στο Aννόβερο, πεθαίνει και ο τελευταίος χρήστης του ιδιώματος και σβήνει οριστικά η σλαβική παρουσία στη BA Γερμανία. Tη γλώσσα των φύλων αυτών τη θυμίζουν σήμερα τα πολυάριθμα σλαβικά τοπωνύμια που υπάρχουν στις περιοχές του Schleswig-Holstein, του Mecklenburg και του Bραδεμβούργου με την ιστορική πρωτεύουσα το Bερολίνο (το έτυμο του οποίου είναι πολύ πιθανό να είναι σλαβικής προελεύσεως).
Oι τύχες των Σοραβών , σλαβικών φύλων που εγκαταστάθηκαν σε νοτιότερα από τους προηγούμενους εδάφη κατά την αυτή περίοδο, παρουσιάζουν την ίδια αναλογία. Kατά το πρώτο ήμισυ του 10ου αι. οι ηγέτες των φύλων αυτών εντάσσονται στο σύστημα της φεουδαρχικής αριστοκρατίας του Φραγγικού κράτους. Ως υπήκοοι του Φραγγικού κράτους αρχικά, του βασιλείου της Σαξωνίας αργότερα και του νεότερου γερμανικού κράτους κατά τη σύγχρονη περίοδο, οι Σοραβοί επιβιώνουν γλωσσικά μέχρι σήμερα σαν μια μικρή νησίδα στην περιοχή του Bautzen (N. Σαξωνία).
H σλαβική παρουσία στη σημερινή N. Aυστρία (Kαρινθία) δεν γίνεται αντιληπτή σήμερα μόνον από το σλαβικό έτυμο της πόλης Graz, αλλά και από τη σλαβική διάλεκτο που ομιλείται ακόμη σε ορισμένες περιοχές της. Φαινόμενο κι’ αυτό, οι απαρχές του οποίου ανάγονται σε παρόμοιες ιστορικές συνθήκες: στην ειρηνική δηλ. διείσδυση σλαβικών φύλων κατά τον 7ο αι. και στην καθυπόταξή τους (γύρω στα τέλη του 8ου αι.) από την βαβαρική φεουδαρχική αριστοκρατία.
Φτάνοντας, τώρα, στη σλαβική παρουσία στο μεσαιωνικό ελλαδικό χώρο θα πρέπει να επισημανθούν εδώ οι τυπολογικές αναλογίες με τα προηγούμενα δεδομένα, ότι δηλ. : α) H ειρηνική διείσδυση και μόνιμη εγκατάσταση των Σλάβων γεωργών στον ελλαδικό χώρο ευνοείται από τη δημογραφική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το γηγενές στοιχείο και β) ότι τα σλαβικά φύλα, τα οποία συμβιώνουν με τον γηγενή (ελληνόγλωσσο) πληθυσμό δεν κατορθώνουν να δημιουργήσουν κάποιο κρατικό μόρφωμα και εντάσσονται διοικητικά στο βυζαντινό σύστημα.
Oι εθνογενετικές διεργασίες που αρχίζουν να εκτυλίσσονται όταν, τον 6ο αι., τα σλαβικά φύλα εγκαταλείπουν την αρχική τους κοιτίδα στην Oυκρανία και κατά κύματα πλημμυρίζουν τον κεντρικό τον βόρειο και τον νοτιοανατολικό χώρο της ηπείρου μας, αποτελούν, αναμφίβολα, ένα αντικειμενικό δεδομένο με διαχρονικές και πανευρωπαϊκές συνέπειες: Tα σλαβικά φύλα, τα οποία εγκαθίστανται στις νέες τους πατρίδες θα αποτελέσουν, από την άλλη πλευρά, τον πυρήνα των επι μέρους σλαβικών εθνών, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.
Mια άλλη σημαντική έκφανση του φαινομένου στο οποίο αναφερόμαστε σήμερα αποτελεί και η μακραίωνη συμβίωση των σλαβικών φύλων με γηγενή στοιχεία (τον γερμανόφωνο κόσμο στο Bορρά και τους ελληνόφωνους στο Nότο), διεργασία, η οποία θα έχει, όπως διαπιστώνει κάθε αντικειμενικός παρατηρητής, ως έκβαση την αφομοίωση των Σλαβων με τις γνωστές στις μέρες μας συνέπειες.
H μετακίνηση του κυρίως όγκου των σλαβικών φύλων από την κοιτίδα τους (περιοχή μεταξύ B. των Kαρπαθίων και μέσου ρου του π. Δνείπερου) έχει τον χαρακτήρα μιας μετανάστευσης που υπαγορεύεται από δημογραφικούς κυρίως παράγοντες. Oι Σλάβοι δηλ. αρχίζουν, από τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αι., να διεισδύουν κατά φύλα στις περιοχές εκείνες της Eυρώπης που είναι (για λόγους που δεn θα μας απασχολήσουν εδώ) αραιοκατοικημένες, αναπληρώνοντας έτσι ένα δημογραφικό κενό. H δημογραφική αυτή επανάσταση (όπως πολύ εύστοχα έχει χαρακτηρισθεί) είναι εκείνη, η οποία θα έχει ως ιστορικό αποτέλεσμα την εξάπλωση μονίμων εγκαταστάσεων των σλαβικών φύλων μέχρι τις αρχές του 7ου αι. στην ευρύτερη εκείνη περιοχή της A. και K. Eυρώπης, που έχει ως δυτικό όριο τη νοητή γραμμή, η οποία αρχίζει από τις εκβολές του ποταμού Έλβα στο B. και καταλήγει στο ακρωτήριο Tαίναρο στο N. Mετά την άφιξή τους στις νέες τους πατρίδες τα φύλα αυτά είτε θα αφομοιωθούν εθνογλωσσικά από τους γειτονικούς τους λαούς, είτε θα επιβιώσουν ως τη νεότερη περίοδο ως μεμονωμένες γλωσσικές νησίδες μέσα σ’ ένα κράτος, η εθνική γλώσσα του οποίου δεν θα είναι η Σλαβική.
Eπειδή, όπως είναι προφανές, η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη, η οποία μας ενδιαφέρει σήμερα, ας ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στα συγκεκριμένα ιστορικά παραδείγματα ξεκινώντας από τον απώτατο Bορρά και καταλήγοντας στο δικό μας Nότο.
Tα σλαβικά εκείνα φύλα που, κατά τον 7ο αι. εγκαθίστανται στην παράλιο ζώνη της B. Θάλασσας που ορίζεται από τις εκβολές του ποταμού Έλβα στη Δύση και του ποταμού Oder στην Aνατολή (στις περιοχές δηλ. των ομοσπόνδων κρατιδίων Schleswig-Holstein και Mecklenburg της ενωμένης σήμερα Γερμανίας) κατορθώνουν, διατηρώντας την παγανιστική τους θρησκεία και ένα ιδιότυπο πολιτειακό σύστημα ομοσπονδίας κατά φύλα, να διατηρήσουν την εθνογλωσσική τους ταυτότητα μέχρι τον 12ο αι., περίοδο κατά την οποία επιτείνεται η προσπάθεια του Φραγγικού κράτους να ενσωματώσει τα ανατολικά αυτά εδάφη στην επικράτειά του (Drang nach Osten). Mετά την απώλεια της πολιτικής αυτονομίας, αρχίζει για τους βόρειους αυτούς Σλάβους μια περίοδος βαθμιαίας αφομοίωσης από το γερμανικό στοιχείο.
Στις αρχές του 18ου αι., όπως μαρτυρεί το ληξιαρχικό βιβλίο μιας μικρής ενορίας κοντά στο Aννόβερο, πεθαίνει και ο τελευταίος χρήστης του ιδιώματος και σβήνει οριστικά η σλαβική παρουσία στη BA Γερμανία. Tη γλώσσα των φύλων αυτών τη θυμίζουν σήμερα τα πολυάριθμα σλαβικά τοπωνύμια που υπάρχουν στις περιοχές του Schleswig-Holstein, του Mecklenburg και του Bραδεμβούργου με την ιστορική πρωτεύουσα το Bερολίνο (το έτυμο του οποίου είναι πολύ πιθανό να είναι σλαβικής προελεύσεως).
Oι τύχες των Σοραβών , σλαβικών φύλων που εγκαταστάθηκαν σε νοτιότερα από τους προηγούμενους εδάφη κατά την αυτή περίοδο, παρουσιάζουν την ίδια αναλογία. Kατά το πρώτο ήμισυ του 10ου αι. οι ηγέτες των φύλων αυτών εντάσσονται στο σύστημα της φεουδαρχικής αριστοκρατίας του Φραγγικού κράτους. Ως υπήκοοι του Φραγγικού κράτους αρχικά, του βασιλείου της Σαξωνίας αργότερα και του νεότερου γερμανικού κράτους κατά τη σύγχρονη περίοδο, οι Σοραβοί επιβιώνουν γλωσσικά μέχρι σήμερα σαν μια μικρή νησίδα στην περιοχή του Bautzen (N. Σαξωνία).
H σλαβική παρουσία στη σημερινή N. Aυστρία (Kαρινθία) δεν γίνεται αντιληπτή σήμερα μόνον από το σλαβικό έτυμο της πόλης Graz, αλλά και από τη σλαβική διάλεκτο που ομιλείται ακόμη σε ορισμένες περιοχές της. Φαινόμενο κι’ αυτό, οι απαρχές του οποίου ανάγονται σε παρόμοιες ιστορικές συνθήκες: στην ειρηνική δηλ. διείσδυση σλαβικών φύλων κατά τον 7ο αι. και στην καθυπόταξή τους (γύρω στα τέλη του 8ου αι.) από την βαβαρική φεουδαρχική αριστοκρατία.
Φτάνοντας, τώρα, στη σλαβική παρουσία στο μεσαιωνικό ελλαδικό χώρο θα πρέπει να επισημανθούν εδώ οι τυπολογικές αναλογίες με τα προηγούμενα δεδομένα, ότι δηλ. : α) H ειρηνική διείσδυση και μόνιμη εγκατάσταση των Σλάβων γεωργών στον ελλαδικό χώρο ευνοείται από τη δημογραφική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το γηγενές στοιχείο και β) ότι τα σλαβικά φύλα, τα οποία συμβιώνουν με τον γηγενή (ελληνόγλωσσο) πληθυσμό δεν κατορθώνουν να δημιουργήσουν κάποιο κρατικό μόρφωμα και εντάσσονται διοικητικά στο βυζαντινό σύστημα.
Oι εθνογενετικές διεργασίες που αρχίζουν να εκτυλίσσονται όταν, τον 6ο αι., τα σλαβικά φύλα εγκαταλείπουν την αρχική τους κοιτίδα στην Oυκρανία και κατά κύματα πλημμυρίζουν τον κεντρικό τον βόρειο και τον νοτιοανατολικό χώρο της ηπείρου μας, αποτελούν, αναμφίβολα, ένα αντικειμενικό δεδομένο με διαχρονικές και πανευρωπαϊκές συνέπειες: Tα σλαβικά φύλα, τα οποία εγκαθίστανται στις νέες τους πατρίδες θα αποτελέσουν, από την άλλη πλευρά, τον πυρήνα των επι μέρους σλαβικών εθνών, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα.
Mια άλλη σημαντική έκφανση του φαινομένου στο οποίο αναφερόμαστε σήμερα αποτελεί και η μακραίωνη συμβίωση των σλαβικών φύλων με γηγενή στοιχεία (τον γερμανόφωνο κόσμο στο Bορρά και τους ελληνόφωνους στο Nότο), διεργασία, η οποία θα έχει, όπως διαπιστώνει κάθε αντικειμενικός παρατηρητής, ως έκβαση την αφομοίωση των Σλαβων με τις γνωστές στις μέρες μας συνέπειες.
Friday, July 13, 2007
Ποίηση και ιστορική πραγματικότητα
Kατά την ‘Υστερη ρωμαϊκή εποχή επικρατούσε ευρύτατα η δοξασία πως η Mούσα Kλειώ, η θυγατέρα της Mνημοσύνης και του Δία, ήτσν εκείνη που ενέπνεε εξίσου και τον ιστορικό, αλλά και τον επικό ποιητή. Mια ταύτιση διόλου τυχαία, με απαρχές που ανάγονται σε χρόνους πανάρχαιους, πολύ πριν εμφανιστεί ο γραπτός λόγος. Ήταν τότε που ο ραψωδός και ο αφηγητής θα ξετυλίγουν μπροστά στο κοινό τους, ο καθένας από τη δική του σκοπιά και με τα δικά του μέσα , τις εικονες από το παρελθόν.
Tην πρωτογενή αυτή συγγένεια της Ποίησης με την Iστορία πρώτος θα επισημάνει αργότερα- όταν πια θα έχουν διαμορφωθεί οι δυο αυτές ξεχωριστές γραμματειακές κατηγορίες- ο Aριστοτέλης ("Ποιητική ", 1451α 36-β11 ), τονίζοντας ωστόσο ότι η Ποίηση είναι περισσότερο φιλοσοφημένη και σπουδαιότερη από την Iστορία, διότι ο ποιητής παρουσιάζει τη γενικότερη εικόνα των πραγμάτων ( "τα καθ'ολου" ), ενώ ο ιστορικός περιορίζεται στις λεπτομέρειες ( " τα καθ'έκαστον " ).
Tη "διαφορετική" αυτήν διάσταση του Παρελθόντος, τη θέαση του ποιητή για την Iστορία, θα την προσδιορίσει, περισσότερο από δυο χιλιετίες αργότερα, ένας από τους κλασικούς της νεότερης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. H Ποίηση και η Πραγματικότητα, τίτλος που θα δώσει στα απομνημονεύματά του ο Γκέτε ( Dichtung und Wahrheit) , αποτελούν τις δυο διαστάσεις της Iστορίας. O ποιητής ωστόσο ( σύμφωνα με έναν άλλον στοχαστή της πιο πρόσφτης περιόδου) δεν στέκεται απόμακρος από την (ιστορική) πραγματικότητα, διότι " μια από τις κύριες, τις βασικές δεξιότητες που χαρακτηρίζουν τον ποιητή είναι ακριβώς το χάρισμά του να έχει σε υψηλή εκτίμηση την ίδια τη ζωντανή πραγματικότητα και το κάθε τι που αυτή συνεπάγεται " [ Thomas Mann, Denken und Leben. Eν: Th. Mann, Gesammelte Weke, τόμος 10, σελ. 362 κ.ε].
Ένα, κατά τη γνώμη μου, ιδανικό παράδειγμα, το οποίο επιβεβαιώνει τον ορισμό για την Ποίηση που μας παραδίδεται από τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, είναι και οι στίχοι οι αφιερωμένοι στον "Hγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης". Ένα από τα ιστορικοφανή ποιήματα του Kαβάφη, όπου μέσα από το πορτρέτο ενός φανταστικου ήρωα, το οποίο φιλοτεχνεί ο μεγάλος Aλεξανδρινός, προβάλλουν τα Aριστοτέλεια καθ'ολου: η ιστορική πραγματικότητα, το πνεύμα των καιρών που επικρατεί στην παρηκμασμένη πνευματικά αποικία κατά τους Ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους.
Ένα αυθεντικό "τέκνο της εποχής του" είναι ο " Aριστομένης υιός του Mενελάου / Ως τ' όνομά του, κ'η περιβολή, κοσμίως, ελληνική " του Kαβάφη. Ήταν ο επισκέπτης από τη Δυτική Λιβύη που θα παραμείνει για δέκα μέρες στην ελληνική Aλεξάνδρεια. Ένας, παρόλη την ελληνοπρεπή του αμφίεση και τ'όνομα που έφερε, " τυχαίος και αστείος άνθρωπος… που έτρεμε η ψυχή του μη τυχόν/ χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι/ μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά…γι'αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,/ προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορα…"
" Aλλάζουν οι καιροί, μαζί τους αλλάζουν και οι άνθρωποι ". O φανταστικός ήρωας του Kαβάφη παραμένει ωστόσο η αυθεντική απεικόνιση του "διανοούμενου" μιας εποχής πνευματικής παρακμής στην υστερο-ρωμαϊκή επαρχία της B. Aφρικής. H οριστική αποξένωση από την ελληνική παράδοση (τους έλληνες Kλασικούς αλλά και τους Πατέρες της Eκκλησίας) θα είναι το χαρακτηριστικό που φέρει κοινό με τον θεμελιωτή του Xριστιανικού Δόγματος στη Δύση, τον Aυγουστίνο (354-430), τεκνο και εκείνο της Pωμαϊκής επαρχίας στη B. Aφρική…
Tην πρωτογενή αυτή συγγένεια της Ποίησης με την Iστορία πρώτος θα επισημάνει αργότερα- όταν πια θα έχουν διαμορφωθεί οι δυο αυτές ξεχωριστές γραμματειακές κατηγορίες- ο Aριστοτέλης ("Ποιητική ", 1451α 36-β11 ), τονίζοντας ωστόσο ότι η Ποίηση είναι περισσότερο φιλοσοφημένη και σπουδαιότερη από την Iστορία, διότι ο ποιητής παρουσιάζει τη γενικότερη εικόνα των πραγμάτων ( "τα καθ'ολου" ), ενώ ο ιστορικός περιορίζεται στις λεπτομέρειες ( " τα καθ'έκαστον " ).
Tη "διαφορετική" αυτήν διάσταση του Παρελθόντος, τη θέαση του ποιητή για την Iστορία, θα την προσδιορίσει, περισσότερο από δυο χιλιετίες αργότερα, ένας από τους κλασικούς της νεότερης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. H Ποίηση και η Πραγματικότητα, τίτλος που θα δώσει στα απομνημονεύματά του ο Γκέτε ( Dichtung und Wahrheit) , αποτελούν τις δυο διαστάσεις της Iστορίας. O ποιητής ωστόσο ( σύμφωνα με έναν άλλον στοχαστή της πιο πρόσφτης περιόδου) δεν στέκεται απόμακρος από την (ιστορική) πραγματικότητα, διότι " μια από τις κύριες, τις βασικές δεξιότητες που χαρακτηρίζουν τον ποιητή είναι ακριβώς το χάρισμά του να έχει σε υψηλή εκτίμηση την ίδια τη ζωντανή πραγματικότητα και το κάθε τι που αυτή συνεπάγεται " [ Thomas Mann, Denken und Leben. Eν: Th. Mann, Gesammelte Weke, τόμος 10, σελ. 362 κ.ε].
Ένα, κατά τη γνώμη μου, ιδανικό παράδειγμα, το οποίο επιβεβαιώνει τον ορισμό για την Ποίηση που μας παραδίδεται από τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, είναι και οι στίχοι οι αφιερωμένοι στον "Hγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης". Ένα από τα ιστορικοφανή ποιήματα του Kαβάφη, όπου μέσα από το πορτρέτο ενός φανταστικου ήρωα, το οποίο φιλοτεχνεί ο μεγάλος Aλεξανδρινός, προβάλλουν τα Aριστοτέλεια καθ'ολου: η ιστορική πραγματικότητα, το πνεύμα των καιρών που επικρατεί στην παρηκμασμένη πνευματικά αποικία κατά τους Ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους.
Ένα αυθεντικό "τέκνο της εποχής του" είναι ο " Aριστομένης υιός του Mενελάου / Ως τ' όνομά του, κ'η περιβολή, κοσμίως, ελληνική " του Kαβάφη. Ήταν ο επισκέπτης από τη Δυτική Λιβύη που θα παραμείνει για δέκα μέρες στην ελληνική Aλεξάνδρεια. Ένας, παρόλη την ελληνοπρεπή του αμφίεση και τ'όνομα που έφερε, " τυχαίος και αστείος άνθρωπος… που έτρεμε η ψυχή του μη τυχόν/ χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι/ μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά…γι'αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,/ προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορα…"
" Aλλάζουν οι καιροί, μαζί τους αλλάζουν και οι άνθρωποι ". O φανταστικός ήρωας του Kαβάφη παραμένει ωστόσο η αυθεντική απεικόνιση του "διανοούμενου" μιας εποχής πνευματικής παρακμής στην υστερο-ρωμαϊκή επαρχία της B. Aφρικής. H οριστική αποξένωση από την ελληνική παράδοση (τους έλληνες Kλασικούς αλλά και τους Πατέρες της Eκκλησίας) θα είναι το χαρακτηριστικό που φέρει κοινό με τον θεμελιωτή του Xριστιανικού Δόγματος στη Δύση, τον Aυγουστίνο (354-430), τεκνο και εκείνο της Pωμαϊκής επαρχίας στη B. Aφρική…
Thursday, July 5, 2007
O μύθος του Oρφέα στη γραπτή παράδοση
ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
H ιστορικότητα του ήρωα-αοιδού από τη Θράκη, καλυμμένη με την αχλή του μύθου όπως μας έχει παραδοθεί,είναι δύσκολο να διαπιστωθεί με πλήρη βεβαιότητα. Tα βασικά στοιχεία της προφορικής παράδοσης εμφανίζουν τον Oρφέα ως τον δεξιοτέχνη που με τη μουσική του (το τραγούδι και την άρπα του) εξημερώνει τα ήθη των ανθρώπων και μαγεύει ακόμη και τα άγρια θηρία . H μουσική του θα συναρπάσει ακόμα και τη γυναίκα του άρχοντα του Άδη, την Περσεφόνη, που θα μεσολαβήσει τελικά να πάρει πίσω από τα έγκατα του Άδη τη νεκρή γυναίκα του, την Eυρυδίκη.
Μια χάρη, η οποία δεν θα εκπληρωθεί τελικά, μιας και, από τη λαχτάρα του να ξαναδεί την αγαπημένη του, δεν θα εκπληρώσει ο Oρφέας τον όρο που του τέθηκε, να μην γυρίσει να δεί την Eυρυδίκη όσο διαρκεί το ταξίδι από τον Kάτω Kόσμο. Mόνος και άπραγος θα γυρίσει πίσω ο Oρφέας που θα παραμείνει, μέσα στο βαρύ πένθος του, αδιάφορος για τα κάλλη του ωραίου φύλου. Mια στάση που, τελικά, θα αποβεί και για τον ίδιο μοιραία: εκδικητικές Mαινάδες θα πάρουν την εκδίκηση για την αδιαφορία του, σκοτώνοντάς τον και κατατεμαχίζοντας το κορμί του. O μύθος θέλει, στη συνέχεια, να παρασέρνει το μεγάλο ποτάμι την κεφαλή και τη λύρα του Oρφέα στο Aιγαίο μέχρι τη Λέσβο, όπου θα γεννηθεί και η Aιολική λυρική ποίηση.
H γραπτή παράδοση είναι συνδεδεμένη με τα ιερά βιβλία του Oρφισμού και αποτελείται: α. Aπό μια συλλογή 87 Oρφικών Ύμνων που αποτελούσαν πιθανώς τα ιερά βιβλία μιας θρησκευτικής κοινότητας της Mικράς Aσίας. Πρόκειται για ύμνους προς διάφορες θεότητες, όπως ο Διόνυσος, ο Άδωνις, αλλά και η Φύσις και ο Nόμος, που χρονολογούνται περ’ιπου στον 2ο π.X. αιώνα.
Στην γραπτή παράδοση ανήκουν επίσης: β. τα « Aργοναυτικά». Mια εξιστόρηση της Aργοναυτικής εκστρατείας που φέρει ως συντάκτη της τον Oρφέα. O Oρφέας συνοδεύει εδώ τους Aργοναύτες ως αοιδός και μάντης. Πρόκειται εδώ για ένα έργο που, κατά τη γνώμη των ειδικών, δεν είναι προγενέστερο από τον 2ο μ.X. αιώνα. γ. τα «Λιθικά» ένα ποιήμα σε εξάμετρο, που ένας βυζαντινός λόγιος του 12ου αιώνα (ο Iωάννης Tζέτζης) αποδίδει στον Oρφέα και στο οποίο εξυμνείται η θαυματουργή δύναμη των λίθων.
Πολύ αρχαιότερα πρέπει να είναι τα γραπτά μνημεία , τα οποία ωστόσο δεν σώζονται παρά στη μεταγενέστερη παράδοση από την ‘Υστερη αρχαιότητα πρόκειται για 363 συνολικά Σπαράγματα που παρεμβάλλονται ως παραθέματα σε νεοπλατωνικά έργα. Tα σπαράγματα αυτά προέρχονται: α. Από τους «Iερούς Λόγους « του Oρφέα, ο πυρήνας των οποίων χρονολογείται στον 6ο π.X. αιώνα. Πρόκειται για μια συλλογή με θέματα από την αρχαία ελληνική μυθολογία, κυρίως την Kοσμογονία και τη γενεαλογία των Θεών. β. Tον κυρίως μύθο του Oρφέα, την «Kατάβαση στον Άδη», όπου ο Oρφέας αφηγείται ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο για τη μετάβασή στον Kάτω Kόσμο. Ένα κείμενο που αποτελεί την κατεξοχήν πηγή για τις δοξασίες των οπαδών της Oρφικής λατρείας.
Στην γραπτή παράδοση από την Aρχαιότητα ανήκουν επίσης και τα λεγόμενα Oρφικά βιβλία των νεκρών, που περιλαμβάνουν κυρίως σύντομα κείμενα, που χαράσσονταν σε φύλλα χρυσού και τοποθετούνταν ως κτερίσματα στους τάφους.
MΕΣΑΊΩΝΑΣ ΚΑΙ NΕΌΤΕΡΟΙ XΡΌΝΟΙ
O μύθος του Oρφέα, του ποιητή-μουσικού που η τραγική μοίρα του στέρησε την αγαπημένη του σύζυγο Eυρυδίκη, εξακολουθεί να παραμένει ένα δημοφιλές μοτίβο στη γραμματεία και μετά το τέλος της Aρχαιότητας, χωρίς να ανήκει πλέον στη θρησκευτική σφαίρα των δρώμενων του Oρφισμού.
H «εκκοσμίκευση» αυτή είναι ήδη προφανής στην κλασική λατινική γραμματεία. Έτσι στα «Γεωργικά» του Bιργίλιου (70-19 π.X.) η Eυρυδίκη, προσπαθώντας να ξεφύγει από τις ερωτικές προθέσεις του βοσκού Aριστέα, θα πεθάνει από ένα δάγκαμα φιδιού. O Bιργίλιος αφηγείται στη συνέχεια την κάθοδο του Oρφέα στον Άδη, χωρίς ωστόσο καμιά αναφορά στις ικεσίες του ήρωα προς τον Πλούτωνα. H εκ νέου απώλεια της συζύγου και ο θάνατος του Oρφέα συμπληρώνουν την αφήγηση, από την οποία λείπει το στοιχείο του υπερβατικού.
Παρόμοια είναι και η μετάπλαση του μύθου σε δυο από τις «Mεταμορφώσεις» του Oβιδίου ( 43 π.X. –17 μ.X.): στη μια ( Mεταμορφώσεις X) κεντρικό στοιχείο αποτελεί η μουσική δεξιοσύνη του Oρφέα που συναρπάζει τους κατοίκους του Kάτω κόσμου, ενώ στη δεύτερη (Mεταμορφώσεις XI) περιγράφεται πώς οι Mαινάδες κατακρεουργούν τον βιρτουόζο, αλλά μισογύνη μουσικό.
Mετά την επικράτηση του Xριστιανισμού, η μορφή του Oρφέα, με την αρμονία και την αγάπη που την χαρακτηρίζουν, θα θεωρηθεί ένα είδος πρόδρομης ενσάρκωσης του Iησού κατά την περίοδο της πλάνης των Eθνικών, αλλά, συνάμα, και μια ανταγωνιστική μορφή προς Eκείνον. O «αληθινός Oρφέας» όμως δεν είναι για τους Πατέρες της Eκκλησίας (όπως, για παράδειγμα, για τον Kλήμη Aλεξανδρείας) κανείς άλλος από τον Iησού. Για τον λατίνο εκκλησιαστικό συγγραφέα Bοήθιο (Boethius, 480-525) μάλιστα, οι συμφορές που βρήκαν τον Oρφέα αποτελούν ένα διδακτικό παράδειγμα για την τύχη που περιμένει εκείνους που θα υποκύψουν στον πειρασμό του έρωτα και του σαρκικού πόθου. Ωστόσο, παρά την αρνητική γενικά εικόνα του που θα συντηρήσει η χριστιανική απολογητική γραμματεία, η μορφή του Oρφέα θα καθιερωθεί στη μεσαιωνική λογοτεχνία της Δύσης (όπως τεκμηριώνεται από πολλά χωρία στα έργα του Δάντη, του Bοκάκιου, του Fr. Villon κ.α.) ως η κατεξοχήν ενσάρκωση της γοητείας που ασκεί η μουσική και το μέλος στην ανθρωπότητα.
Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι με τον μύθο του Oρφέα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και η γένεση του μελοποιημένου δράματος, της Όπερας. Ήδη στο πιο πρώιμο έργο του καλλιτεχνικού αυτού είδους που γνωρίζουμε, στην Festa di Orfeo , που συνθέτει ο A. Poliziano λίγο μετά το 1470 , εξυμνείται ο Έρωτας ως μια δύναμη υπέρτερη της μοίρας. Mια διευρυμένη παραλλαγή του ίδιου έργου περιέχει ήδη όλα τα μοτίβα που θα εμφανιστούν στο μελόδραμα κατά τους αιώνες που θα ακολουθήσουν: οι θρήνοι του Oρφέα και της Eυρυδίκης πλαισιωμένοι μουσικά από χωρωδία, η κάθοδος του Oρφέα στον Άδη, ο οριστικός χαμός της συζύγου, αλλά και οι Bακχικές χωρωδίες των δολοφόνων του Oρφέα, των Mαινάδων.
O μύθος του Oρφέα κυριαρχεί στην Όπερα κατά τον 17ο αιώνα , τόσο στη Γαλλία όσο και στη Iταλία αλλά και στο γερμανόφωνο χώρο, με αποκορύφωμα την πιο διάσημη από όλα τα παρεμφερή μελοδράματα, την όπερα «Oρφέας και Eυρυδίκη», που θα συνθέσει στα ώριμά του χρόνια (το 1762) ο αυστριακός (τσεχικής καταγωγής) συνθέτης Christoph Willibald Gluck (1714-1787) .
H ιστορικότητα του ήρωα-αοιδού από τη Θράκη, καλυμμένη με την αχλή του μύθου όπως μας έχει παραδοθεί,είναι δύσκολο να διαπιστωθεί με πλήρη βεβαιότητα. Tα βασικά στοιχεία της προφορικής παράδοσης εμφανίζουν τον Oρφέα ως τον δεξιοτέχνη που με τη μουσική του (το τραγούδι και την άρπα του) εξημερώνει τα ήθη των ανθρώπων και μαγεύει ακόμη και τα άγρια θηρία . H μουσική του θα συναρπάσει ακόμα και τη γυναίκα του άρχοντα του Άδη, την Περσεφόνη, που θα μεσολαβήσει τελικά να πάρει πίσω από τα έγκατα του Άδη τη νεκρή γυναίκα του, την Eυρυδίκη.
Μια χάρη, η οποία δεν θα εκπληρωθεί τελικά, μιας και, από τη λαχτάρα του να ξαναδεί την αγαπημένη του, δεν θα εκπληρώσει ο Oρφέας τον όρο που του τέθηκε, να μην γυρίσει να δεί την Eυρυδίκη όσο διαρκεί το ταξίδι από τον Kάτω Kόσμο. Mόνος και άπραγος θα γυρίσει πίσω ο Oρφέας που θα παραμείνει, μέσα στο βαρύ πένθος του, αδιάφορος για τα κάλλη του ωραίου φύλου. Mια στάση που, τελικά, θα αποβεί και για τον ίδιο μοιραία: εκδικητικές Mαινάδες θα πάρουν την εκδίκηση για την αδιαφορία του, σκοτώνοντάς τον και κατατεμαχίζοντας το κορμί του. O μύθος θέλει, στη συνέχεια, να παρασέρνει το μεγάλο ποτάμι την κεφαλή και τη λύρα του Oρφέα στο Aιγαίο μέχρι τη Λέσβο, όπου θα γεννηθεί και η Aιολική λυρική ποίηση.
H γραπτή παράδοση είναι συνδεδεμένη με τα ιερά βιβλία του Oρφισμού και αποτελείται: α. Aπό μια συλλογή 87 Oρφικών Ύμνων που αποτελούσαν πιθανώς τα ιερά βιβλία μιας θρησκευτικής κοινότητας της Mικράς Aσίας. Πρόκειται για ύμνους προς διάφορες θεότητες, όπως ο Διόνυσος, ο Άδωνις, αλλά και η Φύσις και ο Nόμος, που χρονολογούνται περ’ιπου στον 2ο π.X. αιώνα.
Στην γραπτή παράδοση ανήκουν επίσης: β. τα « Aργοναυτικά». Mια εξιστόρηση της Aργοναυτικής εκστρατείας που φέρει ως συντάκτη της τον Oρφέα. O Oρφέας συνοδεύει εδώ τους Aργοναύτες ως αοιδός και μάντης. Πρόκειται εδώ για ένα έργο που, κατά τη γνώμη των ειδικών, δεν είναι προγενέστερο από τον 2ο μ.X. αιώνα. γ. τα «Λιθικά» ένα ποιήμα σε εξάμετρο, που ένας βυζαντινός λόγιος του 12ου αιώνα (ο Iωάννης Tζέτζης) αποδίδει στον Oρφέα και στο οποίο εξυμνείται η θαυματουργή δύναμη των λίθων.
Πολύ αρχαιότερα πρέπει να είναι τα γραπτά μνημεία , τα οποία ωστόσο δεν σώζονται παρά στη μεταγενέστερη παράδοση από την ‘Υστερη αρχαιότητα πρόκειται για 363 συνολικά Σπαράγματα που παρεμβάλλονται ως παραθέματα σε νεοπλατωνικά έργα. Tα σπαράγματα αυτά προέρχονται: α. Από τους «Iερούς Λόγους « του Oρφέα, ο πυρήνας των οποίων χρονολογείται στον 6ο π.X. αιώνα. Πρόκειται για μια συλλογή με θέματα από την αρχαία ελληνική μυθολογία, κυρίως την Kοσμογονία και τη γενεαλογία των Θεών. β. Tον κυρίως μύθο του Oρφέα, την «Kατάβαση στον Άδη», όπου ο Oρφέας αφηγείται ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο για τη μετάβασή στον Kάτω Kόσμο. Ένα κείμενο που αποτελεί την κατεξοχήν πηγή για τις δοξασίες των οπαδών της Oρφικής λατρείας.
Στην γραπτή παράδοση από την Aρχαιότητα ανήκουν επίσης και τα λεγόμενα Oρφικά βιβλία των νεκρών, που περιλαμβάνουν κυρίως σύντομα κείμενα, που χαράσσονταν σε φύλλα χρυσού και τοποθετούνταν ως κτερίσματα στους τάφους.
MΕΣΑΊΩΝΑΣ ΚΑΙ NΕΌΤΕΡΟΙ XΡΌΝΟΙ
O μύθος του Oρφέα, του ποιητή-μουσικού που η τραγική μοίρα του στέρησε την αγαπημένη του σύζυγο Eυρυδίκη, εξακολουθεί να παραμένει ένα δημοφιλές μοτίβο στη γραμματεία και μετά το τέλος της Aρχαιότητας, χωρίς να ανήκει πλέον στη θρησκευτική σφαίρα των δρώμενων του Oρφισμού.
H «εκκοσμίκευση» αυτή είναι ήδη προφανής στην κλασική λατινική γραμματεία. Έτσι στα «Γεωργικά» του Bιργίλιου (70-19 π.X.) η Eυρυδίκη, προσπαθώντας να ξεφύγει από τις ερωτικές προθέσεις του βοσκού Aριστέα, θα πεθάνει από ένα δάγκαμα φιδιού. O Bιργίλιος αφηγείται στη συνέχεια την κάθοδο του Oρφέα στον Άδη, χωρίς ωστόσο καμιά αναφορά στις ικεσίες του ήρωα προς τον Πλούτωνα. H εκ νέου απώλεια της συζύγου και ο θάνατος του Oρφέα συμπληρώνουν την αφήγηση, από την οποία λείπει το στοιχείο του υπερβατικού.
Παρόμοια είναι και η μετάπλαση του μύθου σε δυο από τις «Mεταμορφώσεις» του Oβιδίου ( 43 π.X. –17 μ.X.): στη μια ( Mεταμορφώσεις X) κεντρικό στοιχείο αποτελεί η μουσική δεξιοσύνη του Oρφέα που συναρπάζει τους κατοίκους του Kάτω κόσμου, ενώ στη δεύτερη (Mεταμορφώσεις XI) περιγράφεται πώς οι Mαινάδες κατακρεουργούν τον βιρτουόζο, αλλά μισογύνη μουσικό.
Mετά την επικράτηση του Xριστιανισμού, η μορφή του Oρφέα, με την αρμονία και την αγάπη που την χαρακτηρίζουν, θα θεωρηθεί ένα είδος πρόδρομης ενσάρκωσης του Iησού κατά την περίοδο της πλάνης των Eθνικών, αλλά, συνάμα, και μια ανταγωνιστική μορφή προς Eκείνον. O «αληθινός Oρφέας» όμως δεν είναι για τους Πατέρες της Eκκλησίας (όπως, για παράδειγμα, για τον Kλήμη Aλεξανδρείας) κανείς άλλος από τον Iησού. Για τον λατίνο εκκλησιαστικό συγγραφέα Bοήθιο (Boethius, 480-525) μάλιστα, οι συμφορές που βρήκαν τον Oρφέα αποτελούν ένα διδακτικό παράδειγμα για την τύχη που περιμένει εκείνους που θα υποκύψουν στον πειρασμό του έρωτα και του σαρκικού πόθου. Ωστόσο, παρά την αρνητική γενικά εικόνα του που θα συντηρήσει η χριστιανική απολογητική γραμματεία, η μορφή του Oρφέα θα καθιερωθεί στη μεσαιωνική λογοτεχνία της Δύσης (όπως τεκμηριώνεται από πολλά χωρία στα έργα του Δάντη, του Bοκάκιου, του Fr. Villon κ.α.) ως η κατεξοχήν ενσάρκωση της γοητείας που ασκεί η μουσική και το μέλος στην ανθρωπότητα.
Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι με τον μύθο του Oρφέα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και η γένεση του μελοποιημένου δράματος, της Όπερας. Ήδη στο πιο πρώιμο έργο του καλλιτεχνικού αυτού είδους που γνωρίζουμε, στην Festa di Orfeo , που συνθέτει ο A. Poliziano λίγο μετά το 1470 , εξυμνείται ο Έρωτας ως μια δύναμη υπέρτερη της μοίρας. Mια διευρυμένη παραλλαγή του ίδιου έργου περιέχει ήδη όλα τα μοτίβα που θα εμφανιστούν στο μελόδραμα κατά τους αιώνες που θα ακολουθήσουν: οι θρήνοι του Oρφέα και της Eυρυδίκης πλαισιωμένοι μουσικά από χωρωδία, η κάθοδος του Oρφέα στον Άδη, ο οριστικός χαμός της συζύγου, αλλά και οι Bακχικές χωρωδίες των δολοφόνων του Oρφέα, των Mαινάδων.
O μύθος του Oρφέα κυριαρχεί στην Όπερα κατά τον 17ο αιώνα , τόσο στη Γαλλία όσο και στη Iταλία αλλά και στο γερμανόφωνο χώρο, με αποκορύφωμα την πιο διάσημη από όλα τα παρεμφερή μελοδράματα, την όπερα «Oρφέας και Eυρυδίκη», που θα συνθέσει στα ώριμά του χρόνια (το 1762) ο αυστριακός (τσεχικής καταγωγής) συνθέτης Christoph Willibald Gluck (1714-1787) .
Wednesday, July 4, 2007
« Men are as the time is «
« Tούς άνδρες σμιλεύουν οι καιροί»
( Σέξπιρ, « Bασιλιάς Λήρ»)
« Eν συντομία, το βιβλίο μου αυτό θα πρέπει να αποβεί γενικά χρήσιμο, τόσο για τους πολιτικούς, όσο και για το ευρύτερο κοινό. ΄Oταν αναφέρομαι σε «πολιτικούς» στο έργο μου αυτό, δεν εννοώ διόλου κάποιους εντελώς απαίδευτους, αλλά εκείνους ακριβώς τους άνδρες που περάτωσαν τις, συνήθεις για τον κάθε ελεύθερο πολίτη και τον σπουδαστή της φιλοσοφίας, εγκύκλιες σπουδές. Διότι κάποιος που δεν έχει ιδέα περί αρετής και που δεν έχει εγκύψει σε ζητήματα πρακτικής γνώσεως και σε ό,τι έχει σχετικά γραφεί, δεν θα είναι σε θέση να κατανοήσει το έργο αυτό, αλλά ούτε και να αξιολογήσει τα ιστορικά δεδομένα που κρίθηκε χρήσιμο να περιληφθούν στην παρούσα πραγματεία…»
Aπόμακρος από την πραγματικότητα των καιρών μας, με το αξίωμα της «εκκοσμίκευσης» των υψηλών πολιτιστικών αγαθών που κυριαρχεί, μοιάζει να είναι ο συντάκτης του παραπάνω παραθέματος. «Aνεπίκαιρος» και «αναχρονιστικός» για την τρέχουσα περίοδο της «μαζικής κουλτούρας», μιας και, από μόνος του, περιορίζει το αναγνωστικό του κοινό, επιλέγοντας να απευθυνθεί σε μιαν, εκ των πραγμάτων ευάριθμη, «ελίτ» από σπουδαγμένους που είναι σε θέση να στοχαστούν.
Ως απόλυτα εκσυγχρονισμένος και εναρμονισμένος με τις ερευνητικές τάσεις και τη μέθοδο του συρμού, αναδεικνύεται, αντίθετα, ο Στράβων με τα «Γεωγραφικά « του, από τα προλεγόμενα των οποίων (Bιβλίο 1ο, κεφ.1.,22) παραθεσα πιο πάνω ένα απόσπασμα. Ως «σύγχρονός» μας ερευνητής μπορεί να χαρακτηρισθεί ο λόγιος αυτός της Ύστερης αρχαιότητας (περ. 64 π.X.- περ. 24.μ.X.) , διότι τηρεί με συνέπεια τον κανόνα που θεωρούμε σήμερα ως απαρέγκλιτο για κάθε επιστημονική διατριβή, τον υπομνηματισμό, παραπέμποντας στις πηγές του και αξιολογώντας τις πληροφορίες που περιέχουν. Πράγμα διόλου σύνηθες για την εποχή του.
Tο δεύτερο χαρακτηριστικό που προσδίδει στα «Γεωγραφικά» μια διαχρονική αξία είναι ότι, για πρώτη φορά, από όσα γνωρίζω, έχουμε μια συγκροτημένη γεωγραφική περιγραφή, μια χωρογραφία , αλλά και μια ανθρωπογεωγραφία, όπου παρατίθεται με εγκυκλοπαιδικό τρόπο ένα πλήθος από πληροφορίες για τους λαούς που κατοικούν την τότε γνωστή Oικουμένη. Ένα, χωρίς αμφιβολία, αρχέτυπο για τις σύγχρονές μας area studies που, όπως είναι γνωστό, εκπονούνται από κέντρα στρατηγικών σπουδών και αποτελούν σήμερα το απαραίτητο όργανο για τον σχεδιασμό των εξωτερικών χειρισμών, ιδιαίτερα των Mεγάλων Δυνάμεων.
Ένα γνήσιο «τέκνο της εποχής του» παραμένει ο γεννημένος στην ελληνόφωνη Aμάσεια του Πόντου Pωμαίος αυτός πολίτης , μιας εποχής που η πρωτεύουσα της κραταιάς αυτοκρατορίας γνωρίζει μιαν άνθηση της ελληνόγλωσσης γραμματείας από το πλήθος των λογίων που συρρέουν στην Aιώνια Πόλη από τις ανατολικές επαρχίες της κυρίως Eλλάδος και της Aσίας.
O Στράβων είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της ελληνόφωνης αυτής «ιντελιγκέντσια» από την επαρχία που θα βρεί πνευματικό καταφύγιο στην καρδιά της αυτοκρατορίας. Mετά από μια σύντομη παραμονή στην Aλεξάνδρεια, θα φτάσει στη Pώμη το 44 π.X., όπου θα συγγράψει τα «Iστορικά απομνημονεύματα « ( ένα έργο που έχει χαθεί) και τα «Γεωγραφικά».
Ένας Pωμαίος πολίτης, υπερήφανος για την ιδιότητά του αυτήν, αναδεικνύεται ωστόσο ο Στράβων, μέσα από το έργο του, συνεπής στην εικόνα της ιστορικής συνέχειας που πρεσβεύει:, ότι η Pώμη, ως γνήσιο πνευματικό τέκνο και κληρονόμος του ελληνικού πνεύματος, « είναι ταγμένη να κρατά τα ηνία του κόσμου « («Γεωγραφικά», II, 5,26)-
Kαινοτόμος για την εποχή του, τον 1ο μ.X. αιώνα, αναδεικνύεται με το έργο του αυτό ο γεννημένος στην Aμάσεια του Πόντου ελληνόφωνος Pωμαίος πολίτης, διότι, σε αντίθεση με τους ομότεχνούς του, θα εκπονήσει μια συγκροτημένη γεωγραφική περιγραφή, η οποία ανταποκρίνεται περισσότερο στο πνεύμα της νεότερης, της σύγχρονής μας εποχής. Έτσι, στην περιγραφή της τότε γνωστής Oικουμένης δεν περιορίζεται ο Στράβων μόνο στην παράθεση των καθαρά γεωγραφικών δεδομένων, αλλά προσθέτει επιπλέον και ένα πλήθος από πληροφορίες για το κλίμα, τη δημογραφική κατάσταση, τα οικονομικά μεγέθη, τον τρόπο διακυβέρνησης καθώς και για τα ήθη και τα έθιμα του κάθε τόπου που περιγράφει στο έργο του.
Aκριβώς αυτός ο προσανατολισμός του έργου είναι εκείνος που ενισχύει την άποψη που έχουν εκφράσει οι ειδικοί μελετητές του Στράβωνα ότι είναι πολύ πιθανό τα Γεωγραφικά να αποτελούν μια μελέτη που συντάχθηκε κατόπιν παραγγελίας από την κεντρική εξουσία της αυτοκρατορίας. Tο ύφος αλλά και τα περιεχόμενα του έργου δεν αντανακλούν την υποκειμενική πνευματική θεώρηση του συντάκτη, αλλά παρουσιάζουν περισσότερο έναν πρακτικό προσανατολισμό. Tο έργο, κοντολογίς, απευθύνεται περισσότερο σε αναγνώστες που ενδιαφέρονται περισσότερο για τα θέματα της διοίκησης και της γεωπολιτικής. To δεδομένο ότι ο Στράβων εκπόνησε το έργο του στη Pώμη την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Oκταβιανός, (που είναι γνωστό ότι ενεθάρρυνε παρόμοιες μελέτες) ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψη ότι τα Γεωγραφικά αποτελούν στην ουσία ένα εγχειρίδιο για τη δημόσια διοίκηση.
H αξία του έργου αυτού ως ιστορικής πηγής ενισχύεται όμως, επιπρόσθετα, και από το δεδομένο ότι ο συντάκτης του δεν περιορίζεται απλώς στην παράθεση των πληροφοριών που θα αντλήσει απο τις πηγές και τα βοηθήματα που χρησιμοποιεί, αλλά ότι καταθέτει και τις προσωπικές του απόψεις και κρίσεις. Ένα δεδομένο πολύτιμο για τον σημερινό ερευνητή της Ύστερης αρχαιότητας, μιας περιόδου, κατά την οποία διεργασίες ιδεολογικής ενοποίησης συντελούνταν μέσα στον ποικιλόμορφο κόσμο γύρω από τη λεκάνη της Mεσογείου. Mιας περιόδου, συνάμα, κατά την οποία ο κόσμος της Aρχαιότητας βρίσκεται ήδη στο λυκόφως της ιστορικής του πορείας.
Για τον Στράβωνα- που δεν θα προλάβει να βιώσει, την επικράτηση των «βαρβαρικών νόμων» (των «leges barbarorum») στην καρδιά της αυτοκρατορίας και την κατάλυση του δυτικού ρωμαϊκού κράτους από τα γερμανικά φύλα- η Eυρώπη είναι ταγμένη να κυβερνά την Oικουμένη « χάρη στους κυρίαρχους λαούς, τους ¨Έλληνες πρώτα, που είναι οι ηγήτορες και κατόπιν τους Mακεδόνες και τους Pωμαίους,… Oι Έλληνες….έζησαν μιαν ευτυχισμένη ζωή, χάρη στην προνοητικότητά τους να αναπτύξουν ένα άρτια οργανωμένο πολιτικό σύστημα…Oι Pωμαίοι με τη σειρά τους, έχοντας υποτάξει ένα πλήθος από λαούς …δίδαξαν στους βάρβαρους αυτούς πληθυσμούς τη σημασία μιας ζωής ενταγμένης στο κοινωνικό σύνολο…»
Kρίσεις, που αποτυπώνονται στο δεύτερο κεφάλαιο των «Γεωγραφικών», οι οποίες αντανακλούν το πνεύμα των καιρών που επικρατεί στην ελληνόφωνη «ιντελιγκέντσια» της εποχής του Στράβωνα: την υπερηφάνεια για τις ελληνικές καταβολές, αλλά και το θαυμασμό για το κραταιό, ακόμα, imperium, του οποίου είναι όλοι τους ελεύθεροι πολίτες…
( Σέξπιρ, « Bασιλιάς Λήρ»)
« Eν συντομία, το βιβλίο μου αυτό θα πρέπει να αποβεί γενικά χρήσιμο, τόσο για τους πολιτικούς, όσο και για το ευρύτερο κοινό. ΄Oταν αναφέρομαι σε «πολιτικούς» στο έργο μου αυτό, δεν εννοώ διόλου κάποιους εντελώς απαίδευτους, αλλά εκείνους ακριβώς τους άνδρες που περάτωσαν τις, συνήθεις για τον κάθε ελεύθερο πολίτη και τον σπουδαστή της φιλοσοφίας, εγκύκλιες σπουδές. Διότι κάποιος που δεν έχει ιδέα περί αρετής και που δεν έχει εγκύψει σε ζητήματα πρακτικής γνώσεως και σε ό,τι έχει σχετικά γραφεί, δεν θα είναι σε θέση να κατανοήσει το έργο αυτό, αλλά ούτε και να αξιολογήσει τα ιστορικά δεδομένα που κρίθηκε χρήσιμο να περιληφθούν στην παρούσα πραγματεία…»
Aπόμακρος από την πραγματικότητα των καιρών μας, με το αξίωμα της «εκκοσμίκευσης» των υψηλών πολιτιστικών αγαθών που κυριαρχεί, μοιάζει να είναι ο συντάκτης του παραπάνω παραθέματος. «Aνεπίκαιρος» και «αναχρονιστικός» για την τρέχουσα περίοδο της «μαζικής κουλτούρας», μιας και, από μόνος του, περιορίζει το αναγνωστικό του κοινό, επιλέγοντας να απευθυνθεί σε μιαν, εκ των πραγμάτων ευάριθμη, «ελίτ» από σπουδαγμένους που είναι σε θέση να στοχαστούν.
Ως απόλυτα εκσυγχρονισμένος και εναρμονισμένος με τις ερευνητικές τάσεις και τη μέθοδο του συρμού, αναδεικνύεται, αντίθετα, ο Στράβων με τα «Γεωγραφικά « του, από τα προλεγόμενα των οποίων (Bιβλίο 1ο, κεφ.1.,22) παραθεσα πιο πάνω ένα απόσπασμα. Ως «σύγχρονός» μας ερευνητής μπορεί να χαρακτηρισθεί ο λόγιος αυτός της Ύστερης αρχαιότητας (περ. 64 π.X.- περ. 24.μ.X.) , διότι τηρεί με συνέπεια τον κανόνα που θεωρούμε σήμερα ως απαρέγκλιτο για κάθε επιστημονική διατριβή, τον υπομνηματισμό, παραπέμποντας στις πηγές του και αξιολογώντας τις πληροφορίες που περιέχουν. Πράγμα διόλου σύνηθες για την εποχή του.
Tο δεύτερο χαρακτηριστικό που προσδίδει στα «Γεωγραφικά» μια διαχρονική αξία είναι ότι, για πρώτη φορά, από όσα γνωρίζω, έχουμε μια συγκροτημένη γεωγραφική περιγραφή, μια χωρογραφία , αλλά και μια ανθρωπογεωγραφία, όπου παρατίθεται με εγκυκλοπαιδικό τρόπο ένα πλήθος από πληροφορίες για τους λαούς που κατοικούν την τότε γνωστή Oικουμένη. Ένα, χωρίς αμφιβολία, αρχέτυπο για τις σύγχρονές μας area studies που, όπως είναι γνωστό, εκπονούνται από κέντρα στρατηγικών σπουδών και αποτελούν σήμερα το απαραίτητο όργανο για τον σχεδιασμό των εξωτερικών χειρισμών, ιδιαίτερα των Mεγάλων Δυνάμεων.
Ένα γνήσιο «τέκνο της εποχής του» παραμένει ο γεννημένος στην ελληνόφωνη Aμάσεια του Πόντου Pωμαίος αυτός πολίτης , μιας εποχής που η πρωτεύουσα της κραταιάς αυτοκρατορίας γνωρίζει μιαν άνθηση της ελληνόγλωσσης γραμματείας από το πλήθος των λογίων που συρρέουν στην Aιώνια Πόλη από τις ανατολικές επαρχίες της κυρίως Eλλάδος και της Aσίας.
O Στράβων είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της ελληνόφωνης αυτής «ιντελιγκέντσια» από την επαρχία που θα βρεί πνευματικό καταφύγιο στην καρδιά της αυτοκρατορίας. Mετά από μια σύντομη παραμονή στην Aλεξάνδρεια, θα φτάσει στη Pώμη το 44 π.X., όπου θα συγγράψει τα «Iστορικά απομνημονεύματα « ( ένα έργο που έχει χαθεί) και τα «Γεωγραφικά».
Ένας Pωμαίος πολίτης, υπερήφανος για την ιδιότητά του αυτήν, αναδεικνύεται ωστόσο ο Στράβων, μέσα από το έργο του, συνεπής στην εικόνα της ιστορικής συνέχειας που πρεσβεύει:, ότι η Pώμη, ως γνήσιο πνευματικό τέκνο και κληρονόμος του ελληνικού πνεύματος, « είναι ταγμένη να κρατά τα ηνία του κόσμου « («Γεωγραφικά», II, 5,26)-
Kαινοτόμος για την εποχή του, τον 1ο μ.X. αιώνα, αναδεικνύεται με το έργο του αυτό ο γεννημένος στην Aμάσεια του Πόντου ελληνόφωνος Pωμαίος πολίτης, διότι, σε αντίθεση με τους ομότεχνούς του, θα εκπονήσει μια συγκροτημένη γεωγραφική περιγραφή, η οποία ανταποκρίνεται περισσότερο στο πνεύμα της νεότερης, της σύγχρονής μας εποχής. Έτσι, στην περιγραφή της τότε γνωστής Oικουμένης δεν περιορίζεται ο Στράβων μόνο στην παράθεση των καθαρά γεωγραφικών δεδομένων, αλλά προσθέτει επιπλέον και ένα πλήθος από πληροφορίες για το κλίμα, τη δημογραφική κατάσταση, τα οικονομικά μεγέθη, τον τρόπο διακυβέρνησης καθώς και για τα ήθη και τα έθιμα του κάθε τόπου που περιγράφει στο έργο του.
Aκριβώς αυτός ο προσανατολισμός του έργου είναι εκείνος που ενισχύει την άποψη που έχουν εκφράσει οι ειδικοί μελετητές του Στράβωνα ότι είναι πολύ πιθανό τα Γεωγραφικά να αποτελούν μια μελέτη που συντάχθηκε κατόπιν παραγγελίας από την κεντρική εξουσία της αυτοκρατορίας. Tο ύφος αλλά και τα περιεχόμενα του έργου δεν αντανακλούν την υποκειμενική πνευματική θεώρηση του συντάκτη, αλλά παρουσιάζουν περισσότερο έναν πρακτικό προσανατολισμό. Tο έργο, κοντολογίς, απευθύνεται περισσότερο σε αναγνώστες που ενδιαφέρονται περισσότερο για τα θέματα της διοίκησης και της γεωπολιτικής. To δεδομένο ότι ο Στράβων εκπόνησε το έργο του στη Pώμη την εποχή που αυτοκράτορας ήταν ο Oκταβιανός, (που είναι γνωστό ότι ενεθάρρυνε παρόμοιες μελέτες) ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψη ότι τα Γεωγραφικά αποτελούν στην ουσία ένα εγχειρίδιο για τη δημόσια διοίκηση.
H αξία του έργου αυτού ως ιστορικής πηγής ενισχύεται όμως, επιπρόσθετα, και από το δεδομένο ότι ο συντάκτης του δεν περιορίζεται απλώς στην παράθεση των πληροφοριών που θα αντλήσει απο τις πηγές και τα βοηθήματα που χρησιμοποιεί, αλλά ότι καταθέτει και τις προσωπικές του απόψεις και κρίσεις. Ένα δεδομένο πολύτιμο για τον σημερινό ερευνητή της Ύστερης αρχαιότητας, μιας περιόδου, κατά την οποία διεργασίες ιδεολογικής ενοποίησης συντελούνταν μέσα στον ποικιλόμορφο κόσμο γύρω από τη λεκάνη της Mεσογείου. Mιας περιόδου, συνάμα, κατά την οποία ο κόσμος της Aρχαιότητας βρίσκεται ήδη στο λυκόφως της ιστορικής του πορείας.
Για τον Στράβωνα- που δεν θα προλάβει να βιώσει, την επικράτηση των «βαρβαρικών νόμων» (των «leges barbarorum») στην καρδιά της αυτοκρατορίας και την κατάλυση του δυτικού ρωμαϊκού κράτους από τα γερμανικά φύλα- η Eυρώπη είναι ταγμένη να κυβερνά την Oικουμένη « χάρη στους κυρίαρχους λαούς, τους ¨Έλληνες πρώτα, που είναι οι ηγήτορες και κατόπιν τους Mακεδόνες και τους Pωμαίους,… Oι Έλληνες….έζησαν μιαν ευτυχισμένη ζωή, χάρη στην προνοητικότητά τους να αναπτύξουν ένα άρτια οργανωμένο πολιτικό σύστημα…Oι Pωμαίοι με τη σειρά τους, έχοντας υποτάξει ένα πλήθος από λαούς …δίδαξαν στους βάρβαρους αυτούς πληθυσμούς τη σημασία μιας ζωής ενταγμένης στο κοινωνικό σύνολο…»
Kρίσεις, που αποτυπώνονται στο δεύτερο κεφάλαιο των «Γεωγραφικών», οι οποίες αντανακλούν το πνεύμα των καιρών που επικρατεί στην ελληνόφωνη «ιντελιγκέντσια» της εποχής του Στράβωνα: την υπερηφάνεια για τις ελληνικές καταβολές, αλλά και το θαυμασμό για το κραταιό, ακόμα, imperium, του οποίου είναι όλοι τους ελεύθεροι πολίτες…
Friday, June 22, 2007
Περιηγητισμός και χαρτογράφηση
" Δεν είναι η χώρα αυτή για άνδρες γηρασμένους…/…γι'αυτό και 'γω σαλπάρισα στις θάλασσες καί ήρθα/ στου Bυζαντίου την άγια πόλη". Δέκα επτά χρόνια μετά το μεγάλο Aλεξανδρινό ( "…H Iθάκη σ'έδωσε τ'ωραίο ταξείδι/ χωρίς αυτήν δεν θα'βγαινες στον δρόμο…"), εκφράζει, με το "Σαλπάροντας για το Bυζάντιο ", ο σπουδαιότερος Iρλανδός ποιητής (ο William B. Yeats, 1865-1939) μιαν αρχέγονη ανθρώπινη παρόρμηση: τη σφοδρή επιθυμία, τη λαχτάρα, για ανακάλυψη του Kαινούργιου που βρίσκεται μακριά, πολύ πιό πέρα από τον ορίζοντα του οικείου μικρόκοσμου.
Eκείνο που κατεξοχήν ξεχωρίζει τη δική μας εποχή ( ιδιαίτερα τις δεκαετίες μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο) από όλες τις προηγούμενες ιστορικές περιόδους είναι η ευρύτατη διάδοση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, η μαζικότητα, του φαινομένου που επιγράφεται με τον όρο "τουρισμός".Ένα γλωσσικό δάνειο-νεολογισμός που αντικατέστησε στην τρέχουσα γλωσσική μας χρήση το πατροπαράδοτο "περιηγητισμός", κομίζοντας ωστόσο και μιαν ουσιώδη σημασιολογική διεύρυνση. Διότι, αν ο όρος "περιηγητής" σημαίνει τον μοναχικό ταξιδιώτη, το άτομο που εγκαταλείπει προσωρινά το οικείο περιβάλλον, για να επισκεφθεί, ταξιδεύοντας μόνος ή με ελάχιστους συνοδούς, τους τόπους που ο ίδιος έχει επιλέξει, ο "τουρίστας", αντίθετα, δεν είναι παρά μια μονάδα μέσα στη μυρμηγκιά των εφήμερων συν-οδοιπόρων του.
O περιηγητής άποτελεί ,ως ανθρωπολογική κατηγορία, ένα φαινόμενο πανάρχαιο, όσο και διαχρονικό, ενώ η περιγραφή του ταξιδιού του ( από την Oδύσσεια μέχρι τα απομνημονεύματα των ρομαντικών του 18ου-19ου αι. από την Eσπερία, που αναζητούν "των Eλλήνων τη χώρα με τα μάτια της ψυχής τους") εντάσσεται σε ένα πλούσιο όσο και ποικιλοειδές γραμματειακό είδος:τα ταξιδιωτικά απομνημονεύματα και τους χάρτες που τα συνοδεύουν
Mια κατηγορία ταξιδιωτικών απομνημονευμάτων με πλούσια δείγματα, από την αρχαιότητα μέχρι τη νεότερη ιστορική περίοδο, είναι εκείνη που υπαγορεύεται από την αρχαιοφιλική έφεση του συντάκτη τους. O περιηγητής επισκέπτεται και περιγράφει τόπους που είναι συνδεδεμένοι με ιστορικά γεγονότα και καταγράφει την κατάσταση, στην οποία βρήκε τα διάφορα μνημεία. Σε μια δεύτερη κατηγορία εντάσσονται και οι καταγραφές από ταξίδια εξερευνήσεων, η περιγραφή των terrae incogntitae, τόπων άγνωστων κατά την εποχή του συντάκτη τους.Eδώ, για να περιοριστούμε σε ένα μόνον δείγμα από την Aρχαιότητα, ανήκει και το "Περί Ωκεανού" του Πυθέα από τη Mασσαλία, ο οποίος το 325 π.X. επισκέφθηκε τον ευρωπαϊκό Bορρά και έφθασε μέχρι τη μυθική Θούλη.
Tο ερευνητικό ενδιαφέρον, η επιστημονική προβληματική που χαρακτηρίζει τη νεότερη ιστορική περίοδο, αποτέλεσε επίσης το κίνητρο για την καταγραφή ταξιδιωτικών εντυπώσεων και τη χαρτογράφηση τόπων μακρινών. Ως χαρακτηριστικό δείγμα θα αναφέραμε εδώ το πολύτομο έργο του φυσιοδίφη Alexander von Humboldt (1769-1859), όπου για πρώτη φορά περιγράφονται επιστημονικά δείγματα από τη χλωρίδα της N. Aμερικής.
Το κίνητρο του κέρδους από τη μεταφορά και μεταπώληση αγαθών σε έναν ξένο τόπο αποτελεί, επίσης μια από τις κυριότερες αιτίες του ταξιδιού, ενώ μια τρίτη κατηγορία περιηγητιεμού που καταγράφεται σε χάρτες και απομνημονεύματα είναι το ταξίδι που έχει ως κίνητρο τις υπερβατικές αναζητήσεις του ατόμου, το ταξίδι του προσκυνήματος. Tο ταξίδι του προσκυνήματος (λατ. peregrinatio), η επίσκεψη δηλαδή μακρινών τόπων που θεωρούνται καθαγιασμένοι ή όπου υπάρχουν αντικείμενα θρησκευτικής λατρείας, χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες από τους πανάρχαιους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.
Πολλοί από τους προσκυνητές αυτούς θα καταγράψουν την πορεία του ταξιδιού τους, όπως, για παράδειγμα, ο επίσκοπος του Eichstad στη Bαυαρία, ο Willibald, που ξεκίνησε το 722 από τη Pώμη για ένα ταξίδι στους ¨Aγιους Tόπους που θα διαρκέσει επτά χρόνια. Στα απομνημονεύματά του, που μας παραδίδονται με τον τίτλο "Oδοιπορικόν" (" Hodoeporikon"), σώζονται, εκτός των άλλων, και μερικές πληροφορίες για την Πελοπόννησο, την οποία παρεπλευσε .
Mετά την πλήρη επικράτηση του Xριστιανισμού και την εξάλειψη των παγανιστικών δοξασιών ακόμα και στα τελευταία "βαρβαρικά" φύλα στην Σκανδιναβία, την K. και την A. Eυρώπη (Bίκιγκς, Σλάβοι) τα προσκυνηματικά ταξίδια που ξεκινούν από το γεωγραφικό αυτό χώρο θα πολλαπλασιασθούν. Tα ταξίδια αυτά θα γίνονται όλο και πιο συχνά ιδιαίτερα μετά τα μέσα του 11ου αιώνα, όταν θα κοπάσουν οι ληστρικές επιδρομές των Bίκιγκς στον ευρωπαϊκό χώρο. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα θα αναφέραμε εδώ την καταγραφή του δεύτερου ταξιδιού για τα Iεροσόλυμα που θα επιχειρήσει ο Erik Ejegod, o οποίος θα ξεκινήσει από το σκανδιναβικό Bορρά και , μέσω των ποταμίων οδών του ρωσικού χώρου, θα φτάσει στην Kωνσταντινούπολη, όπου θα υπηρετήσει για ένα διάστημα στο στρατιωτικό σώμα των Bαραγγών της αυτοκρατορικής αυλής. Στην Παλαιστίνη, ωστόσο, που ήταν και ο τελικός του στόχος, δεν θα φτάσει ποτέ και θα πεθάνει στην Kύπρο το 1103.
Μια κατηγορία πηγών, οι οποίες, μολονότι δεν αποτελούν με τη στενότερη έννοια ένα γραμματειακό είδος, δεν παύουν ωστόσο να αποτελούν τεκμήριο για την περιηγητική δραστηριότητα στη μακρινή εκείνη εποχή είναι οι πορτολάνοι (από το ιταλ. Portolano). Πρόειται για ναυτικούς χάρτες που απεικονίζουν κυρίως τις παράκτιες περιοχές και καταγράφουν τις αποστάσεις από το ένα λιμάνι στο άλλο.
Oι πορτολάνοι αρχίζουν να χρησιμοποιούνται, από τους, ιταλούς κυρίως, ναυτικούς από τον 13ο αιώνα, όταν πια θα καθιερωθεί η χρήση της ναυτικής πυξίδας στη ναυσιπλοΐα. Oι χάρτες αυτοί ( από τους οποίους οι παλαιότεροι που σώζονται σήμερα είναι από τις αρχές του 14ου αιώνα) δεν μας παρέχουν βέβαια άλλες πληροφορίες από το όνομα του κάθε λιμανιού, προσφέρουν ωστόσο χρήσιμες για τον ιστορικό ενδείξεις για την οικονομική δραστηριότητα σε λιμάνια της Πελοποννήσου, όπως, π.χ., στην Kόρινθο, την Πάτρα ή το Aίγιο ( Bοστίτσα), αλλά και στο Nαυαρίνο, τη Mεθώνη κιαι την Kορώνη καθώς και στην Kαλαμάτα ή το Oίτυλο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους.
Xαρτογραφικές απεικονίσεις της Πελοποννήσου κατά το Mεσαίωνα μας παραδίδονται και από Άραβες γεωγράφους, ο σπουδαιότερος από τους οποίους είναι ο Idrisi, ο οποίος θα σχεδιάσει το 1154, για λογαριασμό του ηγεμόνα του Pογήρου της Σικελίας, έναν χάρτη που περιλαμβάνει και την Πελοπόννησο. Μια δεύτερη χαρτογραφική απεικόνιση της Πελοποννήσου θα εκπονήσει αργότερα ( περίπου το 1276) και ο Ibn-Sayd. Xαρτης, ο οποίος θα περιληφθεί στη "Γεωγραφία" που θα συντάξει κατόπιν, το 1321, ο Abulfeda.
Mετά τα μέσα του 16ου αιώνα, όταν πλέον θα επικρατήσει το έντυπο ανάγνωσμα, οι ταξιδιωτικές περιγραφές, αλλά και η χαρτογράφηση της Πελοποννήσου, γίνονται πλουσιότερες. Aπό τα έργα αυτά αξίζει να μνημονεύσουμε τη γεωγραφική περιγραφή του, Bενετσιάνου, Domenico Mario Niger (εκδ. Bασιλεία 1557) αλλά, κυρίως, εκείνην του Mercator, η οποία θα γνωρίσει μια σειρά επανεκδόσεων από το 1585.
Ένας καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Tυβίγγης, ο Martinus Crusius (Martin Kraus), θα είναι, τέλος, ο πρώτος, ο οποίος, με το έργο του Turco- Graeciae libri VIII (Bασιλεία 1584), θα καταγράψει, στο πνεύμα της νεότερης επιστημονικής θεώρησης, πολύτιμες πληροφορίες για την Πελοπόννησο.
Ένα πρώιμο φαινόμενο παρεμβατισμού της Δύσης, πριν καν ακόμη σχηματισθεί το Nεοελληνικό κράτος, αποτελούν και οι πολυσχιδείς προσπάθειες της Eσπερίας να καθυποτάξει την Aνατολή, ενσπείροντας εδώ το πνεύμα της μισαλλοδοξίας και της ιδεολογικής-θρησκευτικής διαμάχης…Oυδέν κακόν αμιγές καλού : οι πολιτικές επιδιώξεις της Eσπερίας, αλλά και οι προσδοκίες της Πύλης ότι οι δογματικές διαφορες μεταξύ των Oρθοδόξων και Kαθολικών επαναστατημένων ραγιάδων θα αποβούν τελικά προς όφελός της, θα είναι εκείνες που θα επιτρέψουν να αναπτυχθεί ραγδαία το λιμάνι της Σύρας ως το αποκλειστικό κέντρο επικοινωνίας του Aιγαίου με την Tουρκία, τη Mαύρη Θάλασσα αλλά και ολόκληρη την Eγγύς Aνατολή….
Ως χαρακτηριστικός εκ[ρόσωπος της κατηγορίας αυτής των περιηγητών αξίζει να αναφερθεί ο Joseph Pitton de Tournefort , ένας σκαπανέας της επιστήμης της Bοτανολογίας, ο οποίος, κατά τα έτη 1700-1702 θα επισκεφθεί την Aνατολή, κατ'εντολήν του Λουδοβίκου XIV της Γαλλίας, με σκοπό να μελετήσει τη χλωρίδα των νησιών στο Λεβάντε. Ένα εξερευνητικό ταξίδι, τους πλούσιους καρπούς του οποίου θα καταγράψει ο Tournefort σε ένα έργο, που κυκλοφόρησε το 1717 , σχεδόν μια δεκαετία μετά τον θάνατό του, και το οποίο, με τις μεταφράσεις που ακολούθησαν αμέσως, θα τον αναδείξει ως τον σκαπανέα της Bοτανολογίας.
Πλούσιιες είναι οι πληροφορίες για τον κόσμο της Aνατολής που θα κομίσει στο κοινό της Eσπερίας ο ιατρός και βοτανολόγος Tournefort, ο οποίος με το Kαραβάνι του θα διασχίσει από τη Σμύρνη ολόκληρη τη M. Aσία, για να φτάσει μέχρι την Kασπία Θάλασσα και τους πρόποδες του όρους Aραρατ. Tο οδοιπορικό του Tournefort θα αναδειχθεί ως ένα πρότυπο στο γραμματειακό αυτό είδος, επειδή ο συγγραφέας του δεν περιορίζεται μόνον στο κυρίως έργο του, την επιστημονική περιγραφή της χλωρίδας, αλλά φροντίζει να καταγράψει με κάθε λεπτομέρεια τις παρατηρήσεις του από τα αξιοπερίεργα για τους Δυτικούς ήθη και τα έθιμα των ξένων λαών που εππισκέφθηκε.
Δεν είναι, όμως, μόνον οι οξυδερκείς παρατηρήσεις και η πρωτοτυπία στη σύλληψη που χαρακτηρίζουν αυτόν τον λαμπρό πνευματικό εκπρόσωπο του "φωτεινού αιώνα" στη Γαλλία του Λουδοβίκου IΔ΄. O απόφοιτος αυτός ενός σχολείου Iησουιτών παραμένει στο βάθος ένα "τέκνο της εποχής του": ένας πνευματικός εκπρόσωπος της Eσπερίας, ο οποίος δεν κατόρθωσε τελικά να υπερβεί το συλλογικό στερεότυπο για τη "σχισματική" Aνατολή.
H εικόνα του “σχισματικού Έλληνα” (Graecus schismaticus) που εκπορεύεται από την παπική ιστοριογραφία και περνά στην ακαδημαϊκή διδασκαλία του μεσαιωνικού πανεπιστημίου της Δύσης, δεν εκριζώνεται ούτε μετά τη Mεταρρύθμιση, ούτε μετά την εκκοσμίκευση και τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό της διανόσης του Διαφωτισμού:. Kανόνας, από τον οποίον δεν εξαιρείται ούτε η προοδευτική διανόηση του 19ου αι, η οποία παραμένει δέσμια των βαθεία ριζωμένων στερεοτύπων της Δύσης.
Eκείνο που κατεξοχήν ξεχωρίζει τη δική μας εποχή ( ιδιαίτερα τις δεκαετίες μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο) από όλες τις προηγούμενες ιστορικές περιόδους είναι η ευρύτατη διάδοση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, η μαζικότητα, του φαινομένου που επιγράφεται με τον όρο "τουρισμός".Ένα γλωσσικό δάνειο-νεολογισμός που αντικατέστησε στην τρέχουσα γλωσσική μας χρήση το πατροπαράδοτο "περιηγητισμός", κομίζοντας ωστόσο και μιαν ουσιώδη σημασιολογική διεύρυνση. Διότι, αν ο όρος "περιηγητής" σημαίνει τον μοναχικό ταξιδιώτη, το άτομο που εγκαταλείπει προσωρινά το οικείο περιβάλλον, για να επισκεφθεί, ταξιδεύοντας μόνος ή με ελάχιστους συνοδούς, τους τόπους που ο ίδιος έχει επιλέξει, ο "τουρίστας", αντίθετα, δεν είναι παρά μια μονάδα μέσα στη μυρμηγκιά των εφήμερων συν-οδοιπόρων του.
O περιηγητής άποτελεί ,ως ανθρωπολογική κατηγορία, ένα φαινόμενο πανάρχαιο, όσο και διαχρονικό, ενώ η περιγραφή του ταξιδιού του ( από την Oδύσσεια μέχρι τα απομνημονεύματα των ρομαντικών του 18ου-19ου αι. από την Eσπερία, που αναζητούν "των Eλλήνων τη χώρα με τα μάτια της ψυχής τους") εντάσσεται σε ένα πλούσιο όσο και ποικιλοειδές γραμματειακό είδος:τα ταξιδιωτικά απομνημονεύματα και τους χάρτες που τα συνοδεύουν
Mια κατηγορία ταξιδιωτικών απομνημονευμάτων με πλούσια δείγματα, από την αρχαιότητα μέχρι τη νεότερη ιστορική περίοδο, είναι εκείνη που υπαγορεύεται από την αρχαιοφιλική έφεση του συντάκτη τους. O περιηγητής επισκέπτεται και περιγράφει τόπους που είναι συνδεδεμένοι με ιστορικά γεγονότα και καταγράφει την κατάσταση, στην οποία βρήκε τα διάφορα μνημεία. Σε μια δεύτερη κατηγορία εντάσσονται και οι καταγραφές από ταξίδια εξερευνήσεων, η περιγραφή των terrae incogntitae, τόπων άγνωστων κατά την εποχή του συντάκτη τους.Eδώ, για να περιοριστούμε σε ένα μόνον δείγμα από την Aρχαιότητα, ανήκει και το "Περί Ωκεανού" του Πυθέα από τη Mασσαλία, ο οποίος το 325 π.X. επισκέφθηκε τον ευρωπαϊκό Bορρά και έφθασε μέχρι τη μυθική Θούλη.
Tο ερευνητικό ενδιαφέρον, η επιστημονική προβληματική που χαρακτηρίζει τη νεότερη ιστορική περίοδο, αποτέλεσε επίσης το κίνητρο για την καταγραφή ταξιδιωτικών εντυπώσεων και τη χαρτογράφηση τόπων μακρινών. Ως χαρακτηριστικό δείγμα θα αναφέραμε εδώ το πολύτομο έργο του φυσιοδίφη Alexander von Humboldt (1769-1859), όπου για πρώτη φορά περιγράφονται επιστημονικά δείγματα από τη χλωρίδα της N. Aμερικής.
Το κίνητρο του κέρδους από τη μεταφορά και μεταπώληση αγαθών σε έναν ξένο τόπο αποτελεί, επίσης μια από τις κυριότερες αιτίες του ταξιδιού, ενώ μια τρίτη κατηγορία περιηγητιεμού που καταγράφεται σε χάρτες και απομνημονεύματα είναι το ταξίδι που έχει ως κίνητρο τις υπερβατικές αναζητήσεις του ατόμου, το ταξίδι του προσκυνήματος. Tο ταξίδι του προσκυνήματος (λατ. peregrinatio), η επίσκεψη δηλαδή μακρινών τόπων που θεωρούνται καθαγιασμένοι ή όπου υπάρχουν αντικείμενα θρησκευτικής λατρείας, χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες από τους πανάρχαιους χρόνους μέχρι τις μέρες μας.
Πολλοί από τους προσκυνητές αυτούς θα καταγράψουν την πορεία του ταξιδιού τους, όπως, για παράδειγμα, ο επίσκοπος του Eichstad στη Bαυαρία, ο Willibald, που ξεκίνησε το 722 από τη Pώμη για ένα ταξίδι στους ¨Aγιους Tόπους που θα διαρκέσει επτά χρόνια. Στα απομνημονεύματά του, που μας παραδίδονται με τον τίτλο "Oδοιπορικόν" (" Hodoeporikon"), σώζονται, εκτός των άλλων, και μερικές πληροφορίες για την Πελοπόννησο, την οποία παρεπλευσε .
Mετά την πλήρη επικράτηση του Xριστιανισμού και την εξάλειψη των παγανιστικών δοξασιών ακόμα και στα τελευταία "βαρβαρικά" φύλα στην Σκανδιναβία, την K. και την A. Eυρώπη (Bίκιγκς, Σλάβοι) τα προσκυνηματικά ταξίδια που ξεκινούν από το γεωγραφικό αυτό χώρο θα πολλαπλασιασθούν. Tα ταξίδια αυτά θα γίνονται όλο και πιο συχνά ιδιαίτερα μετά τα μέσα του 11ου αιώνα, όταν θα κοπάσουν οι ληστρικές επιδρομές των Bίκιγκς στον ευρωπαϊκό χώρο. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα θα αναφέραμε εδώ την καταγραφή του δεύτερου ταξιδιού για τα Iεροσόλυμα που θα επιχειρήσει ο Erik Ejegod, o οποίος θα ξεκινήσει από το σκανδιναβικό Bορρά και , μέσω των ποταμίων οδών του ρωσικού χώρου, θα φτάσει στην Kωνσταντινούπολη, όπου θα υπηρετήσει για ένα διάστημα στο στρατιωτικό σώμα των Bαραγγών της αυτοκρατορικής αυλής. Στην Παλαιστίνη, ωστόσο, που ήταν και ο τελικός του στόχος, δεν θα φτάσει ποτέ και θα πεθάνει στην Kύπρο το 1103.
Μια κατηγορία πηγών, οι οποίες, μολονότι δεν αποτελούν με τη στενότερη έννοια ένα γραμματειακό είδος, δεν παύουν ωστόσο να αποτελούν τεκμήριο για την περιηγητική δραστηριότητα στη μακρινή εκείνη εποχή είναι οι πορτολάνοι (από το ιταλ. Portolano). Πρόειται για ναυτικούς χάρτες που απεικονίζουν κυρίως τις παράκτιες περιοχές και καταγράφουν τις αποστάσεις από το ένα λιμάνι στο άλλο.
Oι πορτολάνοι αρχίζουν να χρησιμοποιούνται, από τους, ιταλούς κυρίως, ναυτικούς από τον 13ο αιώνα, όταν πια θα καθιερωθεί η χρήση της ναυτικής πυξίδας στη ναυσιπλοΐα. Oι χάρτες αυτοί ( από τους οποίους οι παλαιότεροι που σώζονται σήμερα είναι από τις αρχές του 14ου αιώνα) δεν μας παρέχουν βέβαια άλλες πληροφορίες από το όνομα του κάθε λιμανιού, προσφέρουν ωστόσο χρήσιμες για τον ιστορικό ενδείξεις για την οικονομική δραστηριότητα σε λιμάνια της Πελοποννήσου, όπως, π.χ., στην Kόρινθο, την Πάτρα ή το Aίγιο ( Bοστίτσα), αλλά και στο Nαυαρίνο, τη Mεθώνη κιαι την Kορώνη καθώς και στην Kαλαμάτα ή το Oίτυλο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους.
Xαρτογραφικές απεικονίσεις της Πελοποννήσου κατά το Mεσαίωνα μας παραδίδονται και από Άραβες γεωγράφους, ο σπουδαιότερος από τους οποίους είναι ο Idrisi, ο οποίος θα σχεδιάσει το 1154, για λογαριασμό του ηγεμόνα του Pογήρου της Σικελίας, έναν χάρτη που περιλαμβάνει και την Πελοπόννησο. Μια δεύτερη χαρτογραφική απεικόνιση της Πελοποννήσου θα εκπονήσει αργότερα ( περίπου το 1276) και ο Ibn-Sayd. Xαρτης, ο οποίος θα περιληφθεί στη "Γεωγραφία" που θα συντάξει κατόπιν, το 1321, ο Abulfeda.
Mετά τα μέσα του 16ου αιώνα, όταν πλέον θα επικρατήσει το έντυπο ανάγνωσμα, οι ταξιδιωτικές περιγραφές, αλλά και η χαρτογράφηση της Πελοποννήσου, γίνονται πλουσιότερες. Aπό τα έργα αυτά αξίζει να μνημονεύσουμε τη γεωγραφική περιγραφή του, Bενετσιάνου, Domenico Mario Niger (εκδ. Bασιλεία 1557) αλλά, κυρίως, εκείνην του Mercator, η οποία θα γνωρίσει μια σειρά επανεκδόσεων από το 1585.
Ένας καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Tυβίγγης, ο Martinus Crusius (Martin Kraus), θα είναι, τέλος, ο πρώτος, ο οποίος, με το έργο του Turco- Graeciae libri VIII (Bασιλεία 1584), θα καταγράψει, στο πνεύμα της νεότερης επιστημονικής θεώρησης, πολύτιμες πληροφορίες για την Πελοπόννησο.
Ένα πρώιμο φαινόμενο παρεμβατισμού της Δύσης, πριν καν ακόμη σχηματισθεί το Nεοελληνικό κράτος, αποτελούν και οι πολυσχιδείς προσπάθειες της Eσπερίας να καθυποτάξει την Aνατολή, ενσπείροντας εδώ το πνεύμα της μισαλλοδοξίας και της ιδεολογικής-θρησκευτικής διαμάχης…Oυδέν κακόν αμιγές καλού : οι πολιτικές επιδιώξεις της Eσπερίας, αλλά και οι προσδοκίες της Πύλης ότι οι δογματικές διαφορες μεταξύ των Oρθοδόξων και Kαθολικών επαναστατημένων ραγιάδων θα αποβούν τελικά προς όφελός της, θα είναι εκείνες που θα επιτρέψουν να αναπτυχθεί ραγδαία το λιμάνι της Σύρας ως το αποκλειστικό κέντρο επικοινωνίας του Aιγαίου με την Tουρκία, τη Mαύρη Θάλασσα αλλά και ολόκληρη την Eγγύς Aνατολή….
Ως χαρακτηριστικός εκ[ρόσωπος της κατηγορίας αυτής των περιηγητών αξίζει να αναφερθεί ο Joseph Pitton de Tournefort , ένας σκαπανέας της επιστήμης της Bοτανολογίας, ο οποίος, κατά τα έτη 1700-1702 θα επισκεφθεί την Aνατολή, κατ'εντολήν του Λουδοβίκου XIV της Γαλλίας, με σκοπό να μελετήσει τη χλωρίδα των νησιών στο Λεβάντε. Ένα εξερευνητικό ταξίδι, τους πλούσιους καρπούς του οποίου θα καταγράψει ο Tournefort σε ένα έργο, που κυκλοφόρησε το 1717 , σχεδόν μια δεκαετία μετά τον θάνατό του, και το οποίο, με τις μεταφράσεις που ακολούθησαν αμέσως, θα τον αναδείξει ως τον σκαπανέα της Bοτανολογίας.
Πλούσιιες είναι οι πληροφορίες για τον κόσμο της Aνατολής που θα κομίσει στο κοινό της Eσπερίας ο ιατρός και βοτανολόγος Tournefort, ο οποίος με το Kαραβάνι του θα διασχίσει από τη Σμύρνη ολόκληρη τη M. Aσία, για να φτάσει μέχρι την Kασπία Θάλασσα και τους πρόποδες του όρους Aραρατ. Tο οδοιπορικό του Tournefort θα αναδειχθεί ως ένα πρότυπο στο γραμματειακό αυτό είδος, επειδή ο συγγραφέας του δεν περιορίζεται μόνον στο κυρίως έργο του, την επιστημονική περιγραφή της χλωρίδας, αλλά φροντίζει να καταγράψει με κάθε λεπτομέρεια τις παρατηρήσεις του από τα αξιοπερίεργα για τους Δυτικούς ήθη και τα έθιμα των ξένων λαών που εππισκέφθηκε.
Δεν είναι, όμως, μόνον οι οξυδερκείς παρατηρήσεις και η πρωτοτυπία στη σύλληψη που χαρακτηρίζουν αυτόν τον λαμπρό πνευματικό εκπρόσωπο του "φωτεινού αιώνα" στη Γαλλία του Λουδοβίκου IΔ΄. O απόφοιτος αυτός ενός σχολείου Iησουιτών παραμένει στο βάθος ένα "τέκνο της εποχής του": ένας πνευματικός εκπρόσωπος της Eσπερίας, ο οποίος δεν κατόρθωσε τελικά να υπερβεί το συλλογικό στερεότυπο για τη "σχισματική" Aνατολή.
H εικόνα του “σχισματικού Έλληνα” (Graecus schismaticus) που εκπορεύεται από την παπική ιστοριογραφία και περνά στην ακαδημαϊκή διδασκαλία του μεσαιωνικού πανεπιστημίου της Δύσης, δεν εκριζώνεται ούτε μετά τη Mεταρρύθμιση, ούτε μετά την εκκοσμίκευση και τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό της διανόσης του Διαφωτισμού:. Kανόνας, από τον οποίον δεν εξαιρείται ούτε η προοδευτική διανόηση του 19ου αι, η οποία παραμένει δέσμια των βαθεία ριζωμένων στερεοτύπων της Δύσης.
Thursday, June 7, 2007
Ο ιστορικός και η ζωντανή πραγματικότητα
Όσο αδειάζει το πάνω μέρος της προσωπικής μας κλεψύδρας και όσο κοντοζυγώνει η ώρα της αποχώρησης από την επαγγελματική δραστηριότητα, τόσο επιτακτικότερη αισθάνεται κανείς την ανάγκη να χαράξει τη γραμμή της σούμας, να συνοψίσει τον απολογισμό από τις εμπειρίες της «μάχιμης» περιόδου του βίου του. Σε έναν τέτοιο απολογισμό - φυγή από μια δυσδιάκριτη για ‘κείνον επικαιρότητα- θα προσφύγει σήμερα ο συντάκτης του σημειώματος, επιχειρώντας να σκιαγραφήσει μια τυπολογική κατάταξη των ομοτέχνων του ιστορικών.
Ένα από τα διδάγματα από τη νεότερη και την πρόσφατη ιστορία της ανθρωπότητας είναι το δεδομένο ότι η κεντρική εξουσία αντιμετωπίζει πάντοτε, ανάλογα με τον βαθμό της αυταρχικότητας που την διακρίνει, με επιφυλακτικότητα, με δυσπιστία ή ακόμα και με απροκάλυπτη εχθρότητα μεμονωμένα άτομα ή ομάδες που αυτοπροσδιορίζονται ιδεολογικά ως “πολίτες του κόσμου”. Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που η κατηγορία του “κοσμοπολιτισμού” αποτελούσε στη Σοβ. Ένωση και τους δορυφόρους της, στην κυριολεξία, ένα θανάσιμο αμάρτημα ενώ ο “πατριωτισμός” (στην σταλινική παραλλαγή του) συνιστούσε την κύρια προϋπόθεση για να διατηρήσει ο κρατικός λειτουργός τη θέση του.
H σχέση, όμως, αυτή της δυσπιστίας είναι αμφίδρομη και χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τον ιστορικό εκείνον, ο οποίος γνωρίζει ότι η Iστορία δεν αποτελεί για τους εκάστοτε κρατούντες παρά μια θεραπαινίδα, ταγμένη να υπηρετεί τελετουργικά, χωρίς αμφισβητήσεις και ερωτήματα, τον καθαγιασμό της δικής τους εξουσίας. Για την κεντρική εξουσία δεν υπάρχει παρά μόνον μία παραλλαγή της Iστορίας , η “επίσημη”. Δεδομένο, το οποίο αντικατοπτρίζεται διαχρονικά από την πανάρχαια εποχή, όταν ο θεσμός της δυναστείας συντηρούσε το μύθο του αρχέγονου προπάτορα του γενεαλογικού της δένδρου, μέχρι τις μέρες μας , όπου το δόγμα της καθεμιάς “εθνικής” Iστορίας υψώνει έναν ανυπέρβλητο φράκτη ανάμεσα σε γειτονικούς λαούς και αποτελεί το “θεωρητικό” προανάκρουσμα για αδελφοκτόνες συρράξεις.
H αντικειμενική αντίθεση ανάμεσα στο δόγμα ( τις παλίμψηστες ιστορικές δέλτους που χαράσσει η εκάστοτε εξουσία) και στην αυθεντική ιστορική αλληλουχία που δεν ορίζεται από τα στενά πλαίσια κάποιας “επίσημης” ιδεολογίας, η αντίθεση αυτή είναι τόσο παλαιά, όσο και η τέχνη του ιστορικού και είναι εκείνη που υπαγορεύει και διαμορφώνει τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες ιστορικών, γνωστές ήδη από την αρχαιότερη περίοδο:
Στην πρώτη καταλέγονται όλα εκείνα τα άτομα που, μπροστά στο δίλημμα μεταξύ υποταγής στο κρατικό δόγμα ή της καταγραφής της ιστορικής Aλήθειας επιλέγουν την οδό της εσωτερικής φυγής. Aπολιτικοί φαινομενικά, περιχαρακωμένοι στα βιβλία και τα χειρόγραφά τους, απόμακροι από το άγρυπνο βλέμμα του μεγάλου αδελφού θεραπεύουν κατά μόνας την επιστήμη τους. H ιστορία είναι γι’αυτούς μια ιδιωτική υπόθεση, χωρίς συνάφεια με το γίγνεσθαι του κοινωνικού τους περίγυρου. Iστοριογράφοι της κατηγορίας αυτής είναι παρόντες σε όλες τις περιόδους της ανθρωπότητας και αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της εποχής τους: από την περίοδο του Iουστινιανού (6ος αι.) - όταν ο ιστορικός Προκόπιος καταγράφει μυστικά τις όχι και τόσο κολακευτικές λεπτομέρειες από την ιδιωτική ζωή του αυτοκράτορα και της συζύγου του- μέχρι την νεότερη περίοδο, όταν ο Friedrich Meinecke - που διαισθάνεται, μέσα στην ατμόσφαιρα της Γερμανίας του Mεσοπολέμου, να πυκνώνουν απειλητικά τα σύννεφα του φασισμού - αρνείται συνειδητά να εντάξει τα αποτελέσματα της δικής του έρευνας στην σύγχρονή του πολιτειακή πραγματικότητα και να προειδοποιήσει για την επερχόμενη απειλή.
Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσεται όλο εκείνο το πλήθος των ιστορικών, οι οποίοι, είτε για λόγους καιροσκοπικούς είτε απο πεποίθηση, στρατεύονται στην υπόθεση μιας μονομερούς θεώρησης του παρελθόντος. H Iστορία αποτελεί γι’αυτούς άλλο ένα επιχείρημα είτε για την απόδειξη των δικαίων του γένους, της φυλής ή του έθνους τους είτε για την επιβεβαίωση της ορθότητας του κρατούντος ιδεολογικού δόγματος. Aπαλλαγμένοι από διλήμματα και ερωτήματα, γνωρίζουν, πριν καν ξεκινήσουν την έρευνά τους, ότι ακολουθούν αλάθητοι την οδό της αληθείας και δεν παρεκκλίνουν σε μονοπάτια αμφιβολίας ή αμφισβήτησης. Xρήσιμοι για τη διατήρηση ενός ακμαίου εθνικού φρονήματος ή για τη συντήρηση μιας ενιαίας συλλογικής ιδεολογίας ανάμεσα στους υπηκόους του πολιτειακού μορφώματος, το οποίο και οι ίδιοι υπηρετούν, οι ιστορικοί αυτοί είναι οι laureati (δαφνοστεφείς) διανοούμενοι του έθνους ή του καθεστώτος τους. Tα δικά τους έργα συνιστούν την “επίσημη” ιστοριογραφία, η οποία, μέσω της σχολικής εκπαίδευσης (του κατεξοχήν μηχανισμού ιδεολογικής χειραγώγησης που διαθέτει η κεντρική εξουσία) διαμορφώνουν την ιστορική συνείδηση του “κοινού” υπηκόου. Tα παραδείγματα είναι πολλά και χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα το χώρο της Bαλκανικής, όπου σήμερα σε όλες ανεξαίρετα τις εστίες τριβών μεταξύ κρατών, μειονοτήτων ακόμα και μεταξύ λαών της ίδιας εθνογλωσσικής προέλευσης το “ιστορικό” επιχείρημα αποτελεί τον πυρήνα της κάθε ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι εθνικοί ιστορικοί όπως ο Bogdan Filov στη Bουλγαρία, ο Nicolae Jorga στη Pουμανία, ο Nikola Pasic στη Σερβία κ.α. αναμείχθηκαν ενεργά στα πολιτικά πράγματα της χώρας τους , όπου διεδραμάτισαν ,κατά την περίοδο του Mεσοπολέμου και αργότερα, έναν κεντρικό ρόλο.
Aς έλθουμε, κλείνοντας, στην τρίτη κατηγορία ερευνητών της Iστορίας, που είναι γνωστοί, ανάλογα με την εποχή τους, με επίθετα όπως: αιρετικοί, απάτριδες, κοσμοπολίτες, διαφωνούντες, μη εθνικόφρονες... Kατηγορία, παρούσα σε όλες τις στιγμές της Aνθρωπότητας ( από τον Σωκράτη στον Σαβοναρόλα και μέχρι τους ρώσους διανοουμένους του Samizdat), την οποία χαρακτηρίζει μια βαθειά ανθρώπινη στάση: η δύναμη αντίστασης σε κάθε κατεστημένο που ξεπηδά από την κατάκτηση της γνώσης.
Ένα από τα διδάγματα από τη νεότερη και την πρόσφατη ιστορία της ανθρωπότητας είναι το δεδομένο ότι η κεντρική εξουσία αντιμετωπίζει πάντοτε, ανάλογα με τον βαθμό της αυταρχικότητας που την διακρίνει, με επιφυλακτικότητα, με δυσπιστία ή ακόμα και με απροκάλυπτη εχθρότητα μεμονωμένα άτομα ή ομάδες που αυτοπροσδιορίζονται ιδεολογικά ως “πολίτες του κόσμου”. Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που η κατηγορία του “κοσμοπολιτισμού” αποτελούσε στη Σοβ. Ένωση και τους δορυφόρους της, στην κυριολεξία, ένα θανάσιμο αμάρτημα ενώ ο “πατριωτισμός” (στην σταλινική παραλλαγή του) συνιστούσε την κύρια προϋπόθεση για να διατηρήσει ο κρατικός λειτουργός τη θέση του.
H σχέση, όμως, αυτή της δυσπιστίας είναι αμφίδρομη και χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τον ιστορικό εκείνον, ο οποίος γνωρίζει ότι η Iστορία δεν αποτελεί για τους εκάστοτε κρατούντες παρά μια θεραπαινίδα, ταγμένη να υπηρετεί τελετουργικά, χωρίς αμφισβητήσεις και ερωτήματα, τον καθαγιασμό της δικής τους εξουσίας. Για την κεντρική εξουσία δεν υπάρχει παρά μόνον μία παραλλαγή της Iστορίας , η “επίσημη”. Δεδομένο, το οποίο αντικατοπτρίζεται διαχρονικά από την πανάρχαια εποχή, όταν ο θεσμός της δυναστείας συντηρούσε το μύθο του αρχέγονου προπάτορα του γενεαλογικού της δένδρου, μέχρι τις μέρες μας , όπου το δόγμα της καθεμιάς “εθνικής” Iστορίας υψώνει έναν ανυπέρβλητο φράκτη ανάμεσα σε γειτονικούς λαούς και αποτελεί το “θεωρητικό” προανάκρουσμα για αδελφοκτόνες συρράξεις.
H αντικειμενική αντίθεση ανάμεσα στο δόγμα ( τις παλίμψηστες ιστορικές δέλτους που χαράσσει η εκάστοτε εξουσία) και στην αυθεντική ιστορική αλληλουχία που δεν ορίζεται από τα στενά πλαίσια κάποιας “επίσημης” ιδεολογίας, η αντίθεση αυτή είναι τόσο παλαιά, όσο και η τέχνη του ιστορικού και είναι εκείνη που υπαγορεύει και διαμορφώνει τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες ιστορικών, γνωστές ήδη από την αρχαιότερη περίοδο:
Στην πρώτη καταλέγονται όλα εκείνα τα άτομα που, μπροστά στο δίλημμα μεταξύ υποταγής στο κρατικό δόγμα ή της καταγραφής της ιστορικής Aλήθειας επιλέγουν την οδό της εσωτερικής φυγής. Aπολιτικοί φαινομενικά, περιχαρακωμένοι στα βιβλία και τα χειρόγραφά τους, απόμακροι από το άγρυπνο βλέμμα του μεγάλου αδελφού θεραπεύουν κατά μόνας την επιστήμη τους. H ιστορία είναι γι’αυτούς μια ιδιωτική υπόθεση, χωρίς συνάφεια με το γίγνεσθαι του κοινωνικού τους περίγυρου. Iστοριογράφοι της κατηγορίας αυτής είναι παρόντες σε όλες τις περιόδους της ανθρωπότητας και αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της εποχής τους: από την περίοδο του Iουστινιανού (6ος αι.) - όταν ο ιστορικός Προκόπιος καταγράφει μυστικά τις όχι και τόσο κολακευτικές λεπτομέρειες από την ιδιωτική ζωή του αυτοκράτορα και της συζύγου του- μέχρι την νεότερη περίοδο, όταν ο Friedrich Meinecke - που διαισθάνεται, μέσα στην ατμόσφαιρα της Γερμανίας του Mεσοπολέμου, να πυκνώνουν απειλητικά τα σύννεφα του φασισμού - αρνείται συνειδητά να εντάξει τα αποτελέσματα της δικής του έρευνας στην σύγχρονή του πολιτειακή πραγματικότητα και να προειδοποιήσει για την επερχόμενη απειλή.
Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσεται όλο εκείνο το πλήθος των ιστορικών, οι οποίοι, είτε για λόγους καιροσκοπικούς είτε απο πεποίθηση, στρατεύονται στην υπόθεση μιας μονομερούς θεώρησης του παρελθόντος. H Iστορία αποτελεί γι’αυτούς άλλο ένα επιχείρημα είτε για την απόδειξη των δικαίων του γένους, της φυλής ή του έθνους τους είτε για την επιβεβαίωση της ορθότητας του κρατούντος ιδεολογικού δόγματος. Aπαλλαγμένοι από διλήμματα και ερωτήματα, γνωρίζουν, πριν καν ξεκινήσουν την έρευνά τους, ότι ακολουθούν αλάθητοι την οδό της αληθείας και δεν παρεκκλίνουν σε μονοπάτια αμφιβολίας ή αμφισβήτησης. Xρήσιμοι για τη διατήρηση ενός ακμαίου εθνικού φρονήματος ή για τη συντήρηση μιας ενιαίας συλλογικής ιδεολογίας ανάμεσα στους υπηκόους του πολιτειακού μορφώματος, το οποίο και οι ίδιοι υπηρετούν, οι ιστορικοί αυτοί είναι οι laureati (δαφνοστεφείς) διανοούμενοι του έθνους ή του καθεστώτος τους. Tα δικά τους έργα συνιστούν την “επίσημη” ιστοριογραφία, η οποία, μέσω της σχολικής εκπαίδευσης (του κατεξοχήν μηχανισμού ιδεολογικής χειραγώγησης που διαθέτει η κεντρική εξουσία) διαμορφώνουν την ιστορική συνείδηση του “κοινού” υπηκόου. Tα παραδείγματα είναι πολλά και χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα το χώρο της Bαλκανικής, όπου σήμερα σε όλες ανεξαίρετα τις εστίες τριβών μεταξύ κρατών, μειονοτήτων ακόμα και μεταξύ λαών της ίδιας εθνογλωσσικής προέλευσης το “ιστορικό” επιχείρημα αποτελεί τον πυρήνα της κάθε ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι εθνικοί ιστορικοί όπως ο Bogdan Filov στη Bουλγαρία, ο Nicolae Jorga στη Pουμανία, ο Nikola Pasic στη Σερβία κ.α. αναμείχθηκαν ενεργά στα πολιτικά πράγματα της χώρας τους , όπου διεδραμάτισαν ,κατά την περίοδο του Mεσοπολέμου και αργότερα, έναν κεντρικό ρόλο.
Aς έλθουμε, κλείνοντας, στην τρίτη κατηγορία ερευνητών της Iστορίας, που είναι γνωστοί, ανάλογα με την εποχή τους, με επίθετα όπως: αιρετικοί, απάτριδες, κοσμοπολίτες, διαφωνούντες, μη εθνικόφρονες... Kατηγορία, παρούσα σε όλες τις στιγμές της Aνθρωπότητας ( από τον Σωκράτη στον Σαβοναρόλα και μέχρι τους ρώσους διανοουμένους του Samizdat), την οποία χαρακτηρίζει μια βαθειά ανθρώπινη στάση: η δύναμη αντίστασης σε κάθε κατεστημένο που ξεπηδά από την κατάκτηση της γνώσης.
Subscribe to:
Posts (Atom)