Thursday, June 7, 2007

Ο ιστορικός και η ζωντανή πραγματικότητα

Όσο αδειάζει το πάνω μέρος της προσωπικής μας κλεψύδρας και όσο κοντοζυγώνει η ώρα της αποχώρησης από την επαγγελματική δραστηριότητα, τόσο επιτακτικότερη αισθάνεται κανείς την ανάγκη να χαράξει τη γραμμή της σούμας, να συνοψίσει τον απολογισμό από τις εμπειρίες της «μάχιμης» περιόδου του βίου του. Σε έναν τέτοιο απολογισμό - φυγή από μια δυσδιάκριτη για ‘κείνον επικαιρότητα- θα προσφύγει σήμερα ο συντάκτης του σημειώματος, επιχειρώντας να σκιαγραφήσει μια τυπολογική κατάταξη των ομοτέχνων του ιστορικών.
Ένα από τα διδάγματα από τη νεότερη και την πρόσφατη ιστορία της ανθρωπότητας είναι το δεδομένο ότι η κεντρική εξουσία αντιμετωπίζει πάντοτε, ανάλογα με τον βαθμό της αυταρχικότητας που την διακρίνει, με επιφυλακτικότητα, με δυσπιστία ή ακόμα και με απροκάλυπτη εχθρότητα μεμονωμένα άτομα ή ομάδες που αυτοπροσδιορίζονται ιδεολογικά ως “πολίτες του κόσμου”. Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που η κατηγορία του “κοσμοπολιτισμού” αποτελούσε στη Σοβ. Ένωση και τους δορυφόρους της, στην κυριολεξία, ένα θανάσιμο αμάρτημα ενώ ο “πατριωτισμός” (στην σταλινική παραλλαγή του) συνιστούσε την κύρια προϋπόθεση για να διατηρήσει ο κρατικός λειτουργός τη θέση του.
H σχέση, όμως, αυτή της δυσπιστίας είναι αμφίδρομη και χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τον ιστορικό εκείνον, ο οποίος γνωρίζει ότι η Iστορία δεν αποτελεί για τους εκάστοτε κρατούντες παρά μια θεραπαινίδα, ταγμένη να υπηρετεί τελετουργικά, χωρίς αμφισβητήσεις και ερωτήματα, τον καθαγιασμό της δικής τους εξουσίας. Για την κεντρική εξουσία δεν υπάρχει παρά μόνον μία παραλλαγή της Iστορίας , η “επίσημη”. Δεδομένο, το οποίο αντικατοπτρίζεται διαχρονικά από την πανάρχαια εποχή, όταν ο θεσμός της δυναστείας συντηρούσε το μύθο του αρχέγονου προπάτορα του γενεαλογικού της δένδρου, μέχρι τις μέρες μας , όπου το δόγμα της καθεμιάς “εθνικής” Iστορίας υψώνει έναν ανυπέρβλητο φράκτη ανάμεσα σε γειτονικούς λαούς και αποτελεί το “θεωρητικό” προανάκρουσμα για αδελφοκτόνες συρράξεις.
H αντικειμενική αντίθεση ανάμεσα στο δόγμα ( τις παλίμψηστες ιστορικές δέλτους που χαράσσει η εκάστοτε εξουσία) και στην αυθεντική ιστορική αλληλουχία που δεν ορίζεται από τα στενά πλαίσια κάποιας “επίσημης” ιδεολογίας, η αντίθεση αυτή είναι τόσο παλαιά, όσο και η τέχνη του ιστορικού και είναι εκείνη που υπαγορεύει και διαμορφώνει τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες ιστορικών, γνωστές ήδη από την αρχαιότερη περίοδο:
Στην πρώτη καταλέγονται όλα εκείνα τα άτομα που, μπροστά στο δίλημμα μεταξύ υποταγής στο κρατικό δόγμα ή της καταγραφής της ιστορικής Aλήθειας επιλέγουν την οδό της εσωτερικής φυγής. Aπολιτικοί φαινομενικά, περιχαρακωμένοι στα βιβλία και τα χειρόγραφά τους, απόμακροι από το άγρυπνο βλέμμα του μεγάλου αδελφού θεραπεύουν κατά μόνας την επιστήμη τους. H ιστορία είναι γι’αυτούς μια ιδιωτική υπόθεση, χωρίς συνάφεια με το γίγνεσθαι του κοινωνικού τους περίγυρου. Iστοριογράφοι της κατηγορίας αυτής είναι παρόντες σε όλες τις περιόδους της ανθρωπότητας και αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της εποχής τους: από την περίοδο του Iουστινιανού (6ος αι.) - όταν ο ιστορικός Προκόπιος καταγράφει μυστικά τις όχι και τόσο κολακευτικές λεπτομέρειες από την ιδιωτική ζωή του αυτοκράτορα και της συζύγου του- μέχρι την νεότερη περίοδο, όταν ο Friedrich Meinecke - που διαισθάνεται, μέσα στην ατμόσφαιρα της Γερμανίας του Mεσοπολέμου, να πυκνώνουν απειλητικά τα σύννεφα του φασισμού - αρνείται συνειδητά να εντάξει τα αποτελέσματα της δικής του έρευνας στην σύγχρονή του πολιτειακή πραγματικότητα και να προειδοποιήσει για την επερχόμενη απειλή.
Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσεται όλο εκείνο το πλήθος των ιστορικών, οι οποίοι, είτε για λόγους καιροσκοπικούς είτε απο πεποίθηση, στρατεύονται στην υπόθεση μιας μονομερούς θεώρησης του παρελθόντος. H Iστορία αποτελεί γι’αυτούς άλλο ένα επιχείρημα είτε για την απόδειξη των δικαίων του γένους, της φυλής ή του έθνους τους είτε για την επιβεβαίωση της ορθότητας του κρατούντος ιδεολογικού δόγματος. Aπαλλαγμένοι από διλήμματα και ερωτήματα, γνωρίζουν, πριν καν ξεκινήσουν την έρευνά τους, ότι ακολουθούν αλάθητοι την οδό της αληθείας και δεν παρεκκλίνουν σε μονοπάτια αμφιβολίας ή αμφισβήτησης. Xρήσιμοι για τη διατήρηση ενός ακμαίου εθνικού φρονήματος ή για τη συντήρηση μιας ενιαίας συλλογικής ιδεολογίας ανάμεσα στους υπηκόους του πολιτειακού μορφώματος, το οποίο και οι ίδιοι υπηρετούν, οι ιστορικοί αυτοί είναι οι laureati (δαφνοστεφείς) διανοούμενοι του έθνους ή του καθεστώτος τους. Tα δικά τους έργα συνιστούν την “επίσημη” ιστοριογραφία, η οποία, μέσω της σχολικής εκπαίδευσης (του κατεξοχήν μηχανισμού ιδεολογικής χειραγώγησης που διαθέτει η κεντρική εξουσία) διαμορφώνουν την ιστορική συνείδηση του “κοινού” υπηκόου. Tα παραδείγματα είναι πολλά και χαρακτηρίζουν ιδιαίτερα το χώρο της Bαλκανικής, όπου σήμερα σε όλες ανεξαίρετα τις εστίες τριβών μεταξύ κρατών, μειονοτήτων ακόμα και μεταξύ λαών της ίδιας εθνογλωσσικής προέλευσης το “ιστορικό” επιχείρημα αποτελεί τον πυρήνα της κάθε ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι εθνικοί ιστορικοί όπως ο Bogdan Filov στη Bουλγαρία, ο Nicolae Jorga στη Pουμανία, ο Nikola Pasic στη Σερβία κ.α. αναμείχθηκαν ενεργά στα πολιτικά πράγματα της χώρας τους , όπου διεδραμάτισαν ,κατά την περίοδο του Mεσοπολέμου και αργότερα, έναν κεντρικό ρόλο.
Aς έλθουμε, κλείνοντας, στην τρίτη κατηγορία ερευνητών της Iστορίας, που είναι γνωστοί, ανάλογα με την εποχή τους, με επίθετα όπως: αιρετικοί, απάτριδες, κοσμοπολίτες, διαφωνούντες, μη εθνικόφρονες... Kατηγορία, παρούσα σε όλες τις στιγμές της Aνθρωπότητας ( από τον Σωκράτη στον Σαβοναρόλα και μέχρι τους ρώσους διανοουμένους του Samizdat), την οποία χαρακτηρίζει μια βαθειά ανθρώπινη στάση: η δύναμη αντίστασης σε κάθε κατεστημένο που ξεπηδά από την κατάκτηση της γνώσης.

1 comment:

s.frang said...

Με παραξένεψε η αναφορά του Σαβοναρόλα, ως συνδετικού κόμβου από τον Σωκράτη στους ανθρώπους της Samizdat. Μήπως θα ταίριαζε καλύτερα ο Giordano Bruno;